Τρίτη, 31 Μαρτίου 2009

ΗΤΑΝΕ ΕΝΤΕΚΑ

Ήτανε έντεκα.

Ήταν κι αυτή η λάμψη από τα μαύρα μάτια της. Ήταν κι ένα ποτήρι άσπρο κρασί ακουμπισμένο δίπλα στο κρεβάτι. Άλλες αισθήσεις δεν ήτανε μαζί, μονό η γεύση κι ένα ανεπαίσθητο σφίξιμο στο στήθος. Το χέρι μου είχε ξεχαστεί στης τρυφερής της πλάτης την ασπράδα κι όσο κι αν έψαχνα τα χείλη της, τα χείλη μου -παραδομένα στο γλυκό της μέθης μούδιασμα- αδυνατούσαν κι άλλο φιλί της να ζητήσουν.

Ήτανε έντεκα.

Ήταν κι εκείνο τ' άγουρο φτερούγισμα μέσα στης νύχτας την απρόσμενη μαγεία, που την παρέδωσε γλυκά στου έρωτα το ξαφνιασμένο κάλεσμα, στης νύχτας τ' ανατριχιασμένο χάδι και στου κρασιού την ασυνήθιστη απόλαυση. Μια χούφτα λάβα η τρυφερή της η παλάμη έκλεινε, που το κορμί μου πυρπολούσε όπου ακουμπούσε κι όσο τ' ατέλειωτα μαλλιά της με χαϊδεύανε, τι θέλει ο άγγελος στης κόλασης το ζόφο δε ρωτούσα.

Ήτανε έντεκα.

Ήμουν σαράντα κι ήτανε άνοιξη. Ήτανε να ‘ρθεις κείνο το βράδυ, μα δεν ήρθες. Κι όλου του κόσμου το γαλάζιο πλημμύρισε την κάμαρα και ένας κόμπος είπα με πνίγει από μετάξι. Πάνω πετάχτηκα κι ήταν αυτή η κάμαρα, που όταν δεν έρχεσαι της μοναξιάς μου το σαρκίο συντροφεύει, μ' ένα σεντόνι -ίδιο σκοινί- να κλέβει τις ανάσες μου κι ένα γυαλί βαθειά μπηγμένο στην πατούσα.

Πάλι το όνειρο έγινε εφιάλτης κι ήτανε πια πέντε παρά τέταρτο...

1 σχόλιο: