Πέμπτη, 23 Δεκεμβρίου 2010

ΜΙΑ ΖΕΣΤΗ ΑΓΚΑΛΙΑ

Καλύτερα δεν θα μπορούσε να είναι. Άφησα τα προετοιμασμένα χειρόγραφα στην άκρη. Τα ζεστά βλέμματα που με αγκάλιαζαν, τα χείλη που χαμογελούσαν, τα πρόσωπα που πλημμύριζαν συγκίνηση, έγιναν χέρια, αγκαλιές, που με έκλεισαν μέσα τους με φροντίδα και τρυφερότητα.

Όλοι κι ο καθένας ξεχωριστά, συγγενείς, φίλοι και γνωστοί, συνάδελφοι και συνμπλόγκερς, ακόμα και πελάτες που βρέθηκαν τυχαία κι έμειναν, όλοι, ο καθένας με τον τρόπο του κι όλοι μαζί με την καρδιά τους, συνέβαλαν στο να δημιουργηθεί χτες το βράδυ μια ατμόσφαιρα τόσο ζεστή, ώστε τα τυποποιημένα λόγια αχρηστεύτηκαν. Μίλησαν τα μάτια κι οι καρδιές κι ήταν τα λόγια αυθόρμητα, φορτισμένα με συναισθήματα, φορτωμένα με επίθετα και υπερθετικούς.

Τους ευχαριστώ όλους θερμά!

Ίσως είναι η καταλληλότερη στιγμή, ο VOUDAS ν’ αναπαυτεί για πάντα γαλήνιος κι ευτυχισμένος μέσα σ’ αυτές τις ζεστές αγκαλιές, κρατώντας σφιχτά στο στήθος του σαν φυλαχτό όλη τη γλύκα και την ομορφιά που του προσφέρθηκε απλόχερα…
Σας ευχαριστώ όλους θερμά!

Καλές γιορτές με υγεία για όλους!

Σάββατο, 18 Δεκεμβρίου 2010

"ΛΑΒΕ ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΣΟΥ"

Ανάμεικτα είναι τα συναισθήματα όταν μια ιδέα γίνεται πραγματικότητα, όταν ένας στόχος επιτυγχάνεται.

Η ιδέα για την έκδοση του βιβλίου είχε δημιουργηθεί μήνες πριν. Αυτές τις μέρες, μετά από πολλούς κόπους, αναβολές, συζητήσεις και σχέδια, το βιβλίο έφτασε σ’ όλα τα βιβλιοπωλεία.

«ΛΑΒΕ ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΣΟΥ» είναι ο τίτλος του κι οι εκδόσεις «ΠΑΡΟΥΣΙΑ» του Βασίλη Χατζηιακώβου συνέβαλαν αποφασιστικά στο να πάρει σάρκα και οστά, ενώ ο Στέργιος με τον Νίκο Μπατσιούλα, ανέλαβαν το δύσκολο έργο της προώθησής του.

Την προσεχή Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου –ναι, ναι τη μέρα που όλα τα ΜΜΜ έχουν 24ωρη απεργία– στις 8 το βράδυ, στο βιβλιοπωλείο των Ν. & Σ. Μπακατσιούλα (Πανόρμου 83), θα κάνουμε την πρώτη μας συνάντηση, παρουσίαζοντάς το σ’ όλους εκείνους που θα αφηφίσουν τις δυσκολίες στη μετακίνηση και θα μας τιμήσουν με την παρουσία τους.

Χρονιάρες μέρες είναι κι αυτός είναι ένας σοβαρός λόγος για να βγούμε απ’ τα σπίτια μας, αυτός είναι κι ο λόγος που μ’ ενθουσίασε η ιδέα για την παρουσίαση μέσα στις γιορτές. Να βρεθούμε, να γνωριστούμε, να τα πούμε, να γελάσουμε, να γευτούμε απ’ τους σπιτικούς κουραμπιέδες της Έφης, να πιούμε και κανένα κρασάκι (θα έχει και αναψυκτικά, μη σας νοιάζει!)

Η παρουσία σας θα μου δώσει μεγάλη χαρά και θα είναι μια ευκαιρία, όχι μόνο να συναντηθούμε από κοντά, αλλά να μετρήσουμε πόσο οι ψηφιακές «φιλίες» αντέχουν να κυκλοφορήσουν, εκτός απ’ το διαδίκτυο και στους μποτιλιαρισμένους δρόμους.

Σας περιμένω όλους!

Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

ΜΝΗΜΕΣ ΜΕΣΑ ΑΠ' ΤΗ ΝΤΟΥΛΑΠΑ

Θα είμαι ειλικρινής μαζί σου. Σ’ αυτή την ειλικρίνεια στηρίζεται, θαρρώ, κι η μεταξύ μας εμπιστοσύνη. Ψάχνομαι. Θέλω να σου μιλήσω, αλλά αισθάνομαι κι έναν κόμπο. Λέω απ’ τη μια, ότι όλα θα πάνε καλά και πάω να σκάσω ένα χαμόγελο, το μετανιώνω μονομιάς και ξαναγυρίζω στη μελαγχολία μου.

Αυτές οι συναισθηματικές μεταπτώσεις –ίδιες κενά αέρος, που σου αδειάζουν, λες, το στομάχι– με κρατούν προσδεδεμένο σε μια συστολή, σε μια επιφυλακτικότητα, σε μια παρατεταμένη άμυνα. Απ’ την άλλη η ανθρώπινη ανάγκη μου να μοιραστώ, να αφεθώ, να βρεθώ.

Κατέβασα το παλτό το πρωί, το γκρι. Δεν χρειάζεται και πολύ σκέψη, πως ανάμεσα στα μάρμαρα και τα κάτω απ’ τα κυπαρίσσια η πρωινή παγωνιά θα είναι τσουχτερή, ιδίως μετά το κύμα ψύχους του περασμένου διήμερου. Η σπουδή συγγενών και φίλων να χωρέσουν στο μικρό παρεκκλήσι το επιβεβαίωσε.

Του άρεσε το διάβασμα κι όσους ήξερε για το «ψώνιο» μας με το γράψιμο –το σόι βλέπεις είχε κάμποσους από δαύτους– μας ρωτούσε μ’ ανυπόκριτο ενδιαφέρον για τι νέο ετοιμάζουμε.

Σαράντα τόσες μέρες πια από τότε και σχεδόν έξι μήνες από τότε που του είχα αναφέρει για πρώτη –και τελευταία– φορά αυτό που ετοιμάζω, όλα κυλάνε με το ίδιο σφίξιμο στο στομάχι, με την ίδια συστολή, με την ίδια επιφυλακτικότητα. Η άμυνα αγνοώ αν υπάρχει πια, εφόσον τα χτυπήματα δεν περιορίζονται πια μόνο πάνω απ’ τη ζώνη.

Πίσω απ’ το σκούρο γκρι, στο βάθος της ντουλάπας, διέκρινα έναν άλλον όγκο, γκρι ήταν κι αυτός. Δεν χρειάστηκε και πολύ σκέψη, άπλωσα με υπερένταση και συνάμα φροντίδα το χέρι. Ο στιγμιαίος μεταλλικός ήχος κάτω απ’ τη θήκη επιβεβαίωσε το περιεχόμενο.

Μαθητής Γυμνασίου. Δεν μου άρεσε το διάβασμα και με την πρώτη ευκαιρία κατέφευγα σ’ αυτήν για να ξεφύγω. Ποτέ δεν την έμαθα καλά. Πάντοτε όμως έδειχνε κατανόηση και υπομονή στα φάλτσα και στις παραφωνίες μου. Μου έδινε αυτοπεποίθηση και σιγουριά. Μ’ έκανε να αισθάνομαι όμορφα σαν την κρατούσα στην αγκαλιά μου και να χαρίζω τραγουδιστά κάτι απ’ αυτή την ομορφιά και στους γύρω μου.

Τριάντα και πλέον χρόνια από τότε που χάδεψα στις χορδές της τις τελευταίες συγχορδίες κι έτρεξαν τα δάχτυλά μου ανάμεσα στα τάστα της. Την έσφιξα στην αγκαλιά μου, αλλά το σφίξιμο στο στομάχι ήταν από την ένταση της στιγμής, η συστολή από τη θύμηση να τοποθετήσω σωστά το δάχτυλο για τους «μπαρέδες», η επιφυλακτικότητα μην τύχη και της κάνω ζημιά.

Άμυνα μεταξύ μας δεν υπήρχε, μόνο η ζωή που επιθετικά μας καλούσε να τραβήξουμε τους ρυθμούς της, με ζωντάνια, με αισιοδοξία και με τη φρεσκάδα και την ορμή μιας άγουρης εφηβείας, που κρατούσε στην αγκαλιά της –εκτός απ’ την εξάχορδη– και τα ζεστά ακόμα σπάργανα της μεταπολίτευσης.

Κυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2010

ΑΣΤΟΥΣ ΝΑ ΚΟΥΡΕΥΟΝΤΑΙ

Σήμερα το μεσημέρι οι Atenistas καθάριζαν στο κέντρο της Αθήνας. Είναι γεγονός, ότι, και με την πρωτοβουλία τους αυτή, δίνουν μιαν άλλη διάσταση στο τρόπο αντίληψης που είχαμε μέχρι σήμερα στο τι μπορεί να σημαίνει κινητοποίηση των πολιτών.

Έχοντας διαπαιδαγωγηθεί στα έτοιμα, στα εύκολα, στα γρήγορα και τα απλά, είναι σίγουρο, ότι τέτοιες πρωτοβουλίες και προσπάθειες αργούμε ή αρνούμαστε να τις κατανοήσουμε, να τις ερμηνεύσουμε, να τις παρακολουθήσουμε. Ακόμα, διστάζουμε να τις επικροτήσουμε, ή πολύ περισσότερο να τις ακολουθήσουμε.

Είναι πολύ ισχυρές οι δόσεις αναισθησίας, αδιαφορίας και ζαμανφουτισμού, που επί δεκαετίες έχουμε δεχτεί ως πολίτες αυτού του τόπου, που και το ίδιο μας το σπίτι να προσφέρονταν να έρθουν να καθαρίσουν αυτοί οι άνθρωποι, σίγουρα θα είχαμε τις αντιρρήσεις, την καχυποψία ή τις επιφυλάξεις μας. Αν και εδώ που τα λέμε, αν πρόκειται για το σπίτι μας, όλο και κάποια δικαιολογία θα βρίσκαμε για τον εαυτό μας, ώστε να εκμεταλλευτούμε με κάθε τρόπο αυτή τη δωρεάν αγγαρεία τους.

Έξω απ’ το σπίτι μας αρχίζουν τα προβλήματα, εκεί που αφήνουμε πίσω το ιδιωτικό και βγαίνουμε στο δημόσιο. Στο πεζοδρόμιο, στο δρόμο, στην πλατεία, στο πάρκο, στο άλσος, στο δάσος, στην παραλία και πάει λέγοντας. Εκεί αλλάζει εντελώς η ψυχολογία μας, γινόμαστε άλλοι άνθρωποι. Δεν μας ενδιαφέρει τίποτα και δεν θεωρούμε τίποτε απ’ όσα μας περιβάλλουν δικό μας, κτήμα μας, περιουσία μας, έτσι όπως συμβαίνει με το σπίτι μας.

Δεν αισθανόμαστε υπεύθυνοι για τη γειτονιά μας, για την πόλη μας, για την ίδια μας τη χώρα.

Η καθαριότητα, η ευπρέπεια, η κοσμιότητα, η ευγένεια, η αλληλεγγύη, η τάξη, ο σεβασμός είναι όροι που παύουν να παράγουν αντανακλαστικά όταν βρεθούμε μέσα στον κόσμο, ή –ακόμα χειρότερα– αφορούν μόνο τη συμπεριφορά των άλλων προς εμάς. Το «εγώ» πάνω από το «εμείς», σ’ έναν φαύλο κύκλο κοινωνικής απαξίωσης, αλλοτρίωσης και αποξένωσης.

Αφορμή γι’ αυτές τις σκέψεις η συμπεριφορά του οδηγού των φωτογραφιών, που τραβήχτηκαν την Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου. Μιλάνε από μόνες τους κι έχουν τραβηχτεί στον παράδρομο προς Χαλάνδρι της Αττικής οδού στο Σταθμό Δουκίσσης Πλακεντίας, τρεις το μεσημέρι.

Ο χώρος κι η πέριξ περιοχή δεν αποτελούν ασφαλώς παραδείγματα καθαριότητας –είναι βλέπεται ακόμα εκτός σχεδίου– αν και εξαιτίας του μετρό είναι από τους πιο πολυσύχναστους. Αυτή η γωνιά στο Άνω Νέο Χαλάνδρι περιμένει –σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις– υπομονετικά τη σειρά της για τσιμεντοποίηση.

Πέρα απ’ αυτά, με τέτοιου είδους συμπεριφορές, που καταστρέφουν και τις λιγοστές πρασινάδες στα παρτέρια και εμποδίζουν τους πεζούς να κινηθούν στο ούτως ή άλλως στενό πεζοδρόμιο, αποδεικνύουν με τον πιο παραστατικό και άμεσο τρόπο, πώς αντιλαμβάνονται κάποιοι συμπολίτες μας τη στάση τους απέναντι στη δημόσια περιουσία, αλλά και τους συνανθρώπους τους. Το ατομικό συμφέρον πάνω απ’ όλα. «Εγώ» να βολευτώ. «Εγώ» να εξυπηρετηθώ. «Εγώ» να προλάβω να κάνω τη δουλειά μου. «Οι άλλοι» ας κόψουν το λαιμό τους.

Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΧΑΜΕΝΟ

Πλάκα – πλάκα πέρασαν κι όλας τέσσερα χρόνια. Δεν είναι πολλά σε σύγκριση με άλλες περιόδους ή καταστάσεις της ζωής μας, η υποχρεωτική εκπαίδευση π.χ. διαρκεί εννέα χρόνια, η προεδρική θητεία μια πενταετία, ενώ το κλείσιμο του κύκλου της μεταπολίτευσης –αν δεν με απατά η μνήμη μου– αιώνια.

Αισθάνομαι «παλιός», με την έννοια, ότι από τις 26 –αν δε με απατά η μνήμη μου– Νοεμβρίου του 2006, που ανάρτησα το πρώτο μου ψηφιακό κείμενο στο site της LIFO, συναντώ στο διαδίκτυο bloggers, που συνήθως ξεκίνησαν αρκετά αργότερα. Ίσως είναι και το χάσμα των γενεών στη μέση, ή απλώς, μόνον ο πόνος στη μέση.

Πολλά αισθάνομαι να έχουν αλλάξει –αν δεν με απατά η αντίληψή μου– αυτά τα χρόνια, που άλλα σχετίζονται με την εξέλιξη της τεχνολογίας και των μέσων κι άλλα με τη συμπεριφορά και τη στάση των χρηστών. Πολλά έχουν αλλάξει και στις συνθήκες μέσα στις οποίες η διαδικασία αυτή ξεκίνησε, άλλαξαν τα δεδομένα για τη χώρα, για την κοινωνία, για τον καθένα μας.

Κάθε εποχή έχει τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητές της. Κάθε μηχάνημα έχει τα τεχνικά χαρακτηριστικά και τις δυνατότητές του –αν δεν με απατούν οι γνώσεις μου. Ο καθένας έχει τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητές του, έχει και τις ιδιοτροπίες του.

Αυτό το σμίξιμο ανθρώπινων χαρακτήρων και τεχνολογικών χαρακτηριστικών, με καμβά το κλίμα και την «περιρρέουσα ατμόσφαιρα» –όπως ο Βουλγαράκης την είχε επικαλεστεί, αν δεν με απατά η μνήμη μου– διαχέεται σε ψηφιακές κουκίδες και μετουσιώνεται σε λέξεις, εικόνες και τραγούδια και φτάνει από τη μια γωνιά του κόσμου ως την άλλη, πότε σαν είδηση ή πληροφορία, πότε σαν άποψη ή σχόλιο, πότε σαν εικόνα ή τραγούδι. Αυτό το σμίξιμο αποτυπώνει και τον χαρακτήρα της εποχής.

Αν υπάρχει κάπου ακόμα στον πλανήτη αυτόν ελευθερία, μετά την ανακάλυψη πρόσφατα μιας ακόμα άγνωστης φυλής στον Αμαζόνιο, είναι στο χώρο των ιστολογίων του διαδικτύου. Αν θα πρέπει, επομένως, κάποιος χώρος να προστατευθεί από τους ίδιους τους χρήστες του, είναι αυτός εδώ ακριβώς ο τόπος, το διαδίκτυο. Και προστασία δεν σημαίνει ρυθμίσεις, διατάξεις κι εγκύκλιοι. Προστασία σημαίνει σεβασμός, κατανόηση, διαλλακτικότητα, επικοινωνία.

Ο τόπος αυτός για κάποιους από μας είναι ζωτικός, ας μην επιτρέψουμε από επιπολαιότητα ή απερισκεψία, η διαχείρισή του να περάσει σ’ αυτούς που ο έλεγχός του είναι ζωτικής σημασίας.

Το τραγούδι αφιερωμένο σε όλους τους «φίλους» εκείνης της εποχής (τελικά το έκανα μελό!)


Για την ιστορία θα πω, ότι τα πρώτα κείμενα στη LIFO δεν υπάρχουν πια στο διαδίκτυο, αφού χάθηκαν μετά την αλλαγή, από τον Μάιο του 2007, εκείνου του πρώτου site της. Πολλά όμως απ’ αυτά, μαζί με πολλά άλλα, σύντομα θα ξαναζωντανέψουν μέσα από κάποιες άλλες σελίδες, πιο κλασικές, αλλά διαχρονικά αξεπέραστες κι αγαπημένες.

Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010

ΜΕΣΗΜΕΡΙΑΝΕΣ ΑΠΟΡΙΕΣ

Πρόκειται για σύμπτωση ή για γκαντεμιά, ή μήπως ο κόσμος έχει σαλτάρει και δεν το έχω πάρει είδηση;

Το τελευταίο διάστημα, έχει γίνει αυτόπτης μάρτυρας σε διαδοχικά φραστικά επεισόδια μέσα στο μετρό, στα οποία απρόκλητα κάποιοι επιβάτες αρχίζουν να καταφέρονται «έξω φωνή», πότε εναντίων αυτών «που τα έφαγαν», πότε επικρίνοντας όσους «ψηφίζουν ΠΑΣΟΚ», πότε κατά των μουσουλμάνων, πότε κατά των αλλοδαπών συλλήβδην. Το παράξενο είναι, ότι δεν δίνουν την εντύπωση προβληματικών ατόμων, κάθε άλλο.

Η μία εξ αυτών ήταν μια καλοντυμένη και καλοστεκούμενη κυρία γύρω στα εξήντα – εξηνταπέντε, που έπνεε τα μένεα –ήταν η Δευτέρα μετά την εκλογή του Καμίνη– εναντίον όσων ψηφίζουν ΠΑΣΟΚ και καταστρέφουν τη χώρα. Ένας ηλικιωμένος κύριος προσπάθησε να τη «βάλει στη θέση της», αλλά εκείνη απτόητη τον αγνόησε και στράφηκε προς τη διπλανή της συνεχίζοντας –με σαφώς πιο χαμηλή ένταση στη φωνή– το μονόλογο, σαν ν’ απευθύνεται πλέον σ’ εκείνη. Τι να κάνει η άλλη γυναικούλα; Έστρεψε το κεφάλι προς τη μεριά του παραθύρου και συνέχισε κοιτώντας –όσο μπορούσε να δείχνει ατάραχη– έξω.

Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση ήταν εκείνη του νεαρού, που είχε στριμώξει έναν ιερέα και έσουρνε τα εξ αμάξης για τους μουσουλμάνους απευθυνόμενος προς αυτόν, λες κι ήταν εκείνος ο υπεύθυνος για την ανέγερση του τζαμιού, βλαστημώντας ταυτόχρονα τα «θεία». Ο ανθρωπάκος –ένας παχουλός μεσήλικας παπάς– είχε λουφάξει αποσβολωμένος και κατακόκκινος σε μια γωνιά δίπλα στην πόρτα του βαγονιού και δεν έβγαζε άχνα. Άχνα δεν έβγαζε και κανένας από τους συνεπιβάτες, που χάζευαν το «θέαμα» ή συνέχιζαν αδιάφορα τη διαδρομή τους σαν να μην τρέχει τίποτα.

Στην άλλη περίπτωση βρήκα το διάβολό μου!... Τόλμησα να συστήσω να μην ενοχλεί, στον κύριο που ανέλαβε, σαν αυτόκλητος εισαγγελέας, από τη στιγμή που μπήκαμε στο βαγόνι, να διαφωτίσει φωνάζοντας και χειρονομώντας τους συνεπιβαίνοντες, για το πιο μέρος του σταθμού Αμπελόκηποι έφαγε ο ένας πολιτικός, για το πόσα τετραγωνικά του Χολαργού έφαγε ο άλλος και πάει λέγοντας.

Πέσανε τα μούτρα μου!... Με βούτηξε απ’ τα μούτρα και μου σύστησε, αν δεν αντέχω ν’ ακούω την κριτική του και το «δημοκρατικό» δικαίωμά του να τη διατυπώνει δημόσια, να πηγαίνω άλλη φορά με… ταξάκι! Αν και κατεβαίνοντας μου βροντοφώναξε, ότι ήξερε τι μου χρειαζότανε… «Με δυο χαστουκάκια θα συνέλθεις, γελοίε, ε γελοίε…»

Είναι άραγε σημείο των καιρών ή έτυχε να πέσω σε ιδιάζουσες περιπτώσεις; Ότι και να ‘ναι, δεν το αντέχω περιπτώσεις σαν κι αυτές, να με προσβάλουν δημόσια σαν άνθρωπο και σαν πολίτη. Δεν μου πάει να μένω σιωπηλός σαν να μην τρέχει τίποτα, όπως κάνουν συνήθως κι όλοι οι υπόλοιποι παρευρισκόμενοι.

Μήπως είμαι λάθος ή μήπως να είμαι έτοιμος την επόμενη φορά που –ο μη γένοιτο– θα μου ξανασυμβεί, να υποστώ τις όποιες συνέπειες;

Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 2010

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Καλά-καλά δεν θυμήθηκα τη φωνή της. Είχε να με πάρει τηλέφωνο πάνω από χρόνο. Στο μεταξύ, ιδίως μετά την αποστρατεία του Νίκου, είχαμε χαθεί και οικογενειακά. Μια εξυπηρέτηση ήθελε, η Αντιγόνη –η γυναίκα του Νίκου–, από το υπουργείο Παιδείας και με πήρε τηλέφωνο. Χάρηκα που την άκουσα μετά από τόσον καιρό, αφού –πέρα από την οικογενειακή φιλία– μας είχαν συνδέσει και κοινές προσπάθειες τόσο στο δικηγορικό σύλλογο, όσο και στα τοπικά του Ηρακλείου.

Με την κουβέντα φτάσαμε και στα επαγγελματικά του Νίκου, που είχε χαθεί, μετά την αποστρατεία, όπως μου είπε, στους τέσσερις τοίχους του ιατρείου –ψυχίατρος είναι– και δεν προλαβαίνει να πάρει ανάσα από ραντεβού σε ραντεβού.

«Και δεν χαίρεσαι;» τη ρώτησα χαριτολογώντας.

«Έχει προβλήματα ο κόσμος. Μιλάμε γίνεται χαμός», ακούστηκε στεγνή και κοφτή η φωνή της.

Κλείνοντας, μου ήρθε στο νου η περίπτωση της ξαδέλφης μου, της Μαρίας, που είδε κι έπαθε να συνέλθει από την κατάθλιψη μετά το διαζύγιο. Και δεν ήταν η μόνη, κοντά σ’ αυτή σκέφτηκα και τον Άρη, απέναντι, που παλεύει με τα ψυχοφάρμακα από τότε που τον απέλυσαν από την εταιρεία. Σαρανταπέντε με δύο παιδιά.

Αν μέσα σ’ ελάχιστα δευτερόλεπτα, μπορώ να θυμηθώ με τόση ευκολία δυο περιπτώσεις, που άνθρωποι χρειάστηκαν ιατρική βοήθεια για να συνέλθουν από ατυχίες της ζωής τους, φαντάζομαι τι μπορεί να συμβαίνει πιο έξω. Το «φουλ τάιμ» του Νίκου, μάλλον το επιβεβαιώνει.

Σημάδι των καιρών; Συνέπεια του σύγχρονου τρόπου ζωής; Αποτέλεσμα της αλλαγής των συνηθειών μας; Όποια κι αν είναι η αιτία, οι ψυχολογικές επιπτώσεις είναι τεράστιες κι οδηγούν άντρες και γυναίκες όλο και συχνότερα στο «ντιβάνι» της ψυχοθεραπείας.

Κρίσιμο το θέμα για τη συμπεριφορά και τις σχέσεις μας, τόσο σε προσωπικό όσο και κοινωνικό επίπεδο, κρισιμότερο για τα παιδιά, που μεγαλώνουν σ’ έναν κόσμο γεμάτο ένταση, άγχος και πίεση, έχοντας λιγότερο χρόνο για επικοινωνία με την οικογένεια, αλλά ταυτόχρονα περισσότερες υποχρεώσεις.

Αν για τους μεγάλους το στρες έχει γίνει τρόπος ζωής μέσα από την καθημερινή επιδείνωση των συνθηκών στις μεγαλουπόλεις και κυρίως στην Αθήνα –για να λέμε τις πόλεις όπως και τα πράγματα με τ’ όνομά τους, για τα παιδιά η καθημερινή επαφή, από τα τρυφερά τους χρόνια, μ’ αυτούς τους εξοντωτικούς ρυθμούς συνθλίβει τα συναισθηματικά αντανακλαστικά τους και ισοπεδώνει τις ηλικιακές διαφοροποιήσεις τους. Βρίσκονται σ’ ένα περιβάλλον απρόσωπο, ανταγωνιστικό, απαιτητικό κι εσωτερικεύουν πρότυπα και συμπεριφορές που διαμορφώνονται στο πλαίσιο ενός κόσμου απαισιόδοξου, ματαιόδοξου, αλλοτριωμένου, απελπισμένου.

Όσο κι αν στο οικογενειακό περιβάλλον επιχειρείται –στο βαθμό που είναι δυνατόν– να καλλιεργηθούν ιδέες, αρχές κι αξίες, που δυνητικά θωρακίζουν τα παιδιά απέναντι απ’ την διάχυτη κοινωνική απαξίωσή τους, είναι βέβαιο, ότι η συμπεριφορά τους τελικά θα επηρεαστεί, από την αντίφαση που θα διαπιστώσουν να υπάρχει με το πρώτο τους βήμα, ανάμεσα σ’ αυτό που νόμιζαν μέσα στο σπίτι και σ’ αυτό που είναι εκεί έξω.

Αυτό, τελικά, που για τα παιδιά είναι μια «φυσιολογική» ρουτίνα, που μπορεί να εκδηλώνεται με μορφές επιθετικότητας, αδιαφορίας ή και απομόνωσης, για εμάς τους μεγαλύτερους, που έχουμε δει αυτόν τον κόσμο και με άλλα μάτια, είτε σαν παιδιά, είτε σαν έφηβοι, είναι η κορύφωση της διάψευσης και η επικύρωση της αποτυχίας μας, πρώτα σαν άνθρωποι και μετά σαν πολίτες, σαν εργαζόμενοι, σαν γονείς.

Αυτή η αντίφαση, του κόσμου που ονειρευτήκαμε, του κόσμου που επιδιώξαμε, του κόσμου που τελικά δημιουργήσαμε και ζούμε –όσο ζούμε– μαζί με τα παιδιά μας, θολώνει τα βλέμματα και πληγώνει τις ψυχές, οδηγώντας τα παραπαίοντα πλέον βήματά μας από τη μια στ’ αδιέξοδα κι απ’ την άλλη σε συνεδρίες με τον Νίκο, τον κάθε ειδικό Νίκο, για να συνθέσουμε λέξη τη λέξη αυτό το παζλ του κόσμου της ψυχής, που τόσο αδέξια το έχουμε σκορπίσει.

Photo by: Glauco Dattini

Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

ΙΣΩΣ

Οι πιο πολλοί επέλεξαν τη σιωπή. Άλλοι, που θέλησαν κάτι να ψελλίσουν, εξέφρασαν απογοήτευση ή μελαγχολία. Τα έντυπα περιορίστηκαν σε επετειακές αναφορές. Οι τηλεοράσεις στάθηκαν στο πλήθος των αστυνομικών που περιφρουρούσαν την πορεία. Τα σχολεία είχαν «γιορτή».

Δεν ξέρω αν οι λόγοι για τη δύσθυμη στάση μας απέναντι στη φετινή επέτειο του Πολυτεχνείου, σχετίζονται με τη βαριά ατμόσφαιρα και τις εξελίξεις των τελευταίων μηνών. Δεν είμαι σε θέση να αντιληφθώ, 37 χρόνια από τότε, τι μπορεί να σημαίνει αυτό το ιστορικό γεγονός για τους νέους ανθρώπους, που δεν το βίωσαν, αλλά βιώνουν στις μέρες μας το γηραλαίο και σκληρό πρόσωπο της «Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας». Δεν μπορώ να καταλάβω, ποιο νόημα έχει η σημερινή αργία κι ο σχολικός «εορτασμός», για τα παιδάκια του δημοτικού, αλλά και τα πιο μεγάλα, του Γυμνασίου και του Λυκείου, πέρα ίσως από το να γλυτώσουμε μια ακόμα μέρα μάθημα.

Τριανταεφτά χρόνια πέρασαν και τίποτα δεν ξέρω, τίποτα δεν καταλαβαίνω τίποτε δεν διδάχτηκα. Μου πήρε κάμποσα χρόνια ν’ αντιπαλεύω για τη δικαίωση ή τη συνέχιση του αγώνα, αλλά και την αναπροσαρμογή της Α.Τ.Α., μερικά χρονάκια για να χορτάσω την «εθνική συμφιλίωση», αλλά και την «ελεύθερη» τηλεόραση, άλλη μια δεκαετία για να με κυβερνήσουν οι σαραντάρηδες της γενιάς του Πολυτεχνείου, αλλά και οι εργολάβοι της Ολυμπιάδας, πέντε γεμάτα για να παρακολουθώ αν θα κλείσει επιτέλους αυτός ο «φαύλος» κύκλος της μεταπολίτευσης, ανάμεσα στις άγονες γραμμές και τα θολά νερά της Βιστωνίδας κι έναν χρόνο τώρα να ακούω να μιλάνε για το αν υπήρχαν λεφτά, υπάρχουν λεφτά ή θα υπάρξουν λεφτά, αλλά να βάζουν χέρι μόνο στα δικά μου λεφτά.

Θα έπρεπε να έχουμε σιωπήσει χρόνια πριν.

Ίσως αν σήμερα ήταν μια μέρα σαν τις άλλες. Ίσως αν τα παιδιά δεν απήγγειλαν ποιηματάκια πάνω σ’ εξέδρες σημαιοστολισμένες. Ίσως αν είχαμε αφήσει το χρόνο να κυλήσει, το καταστάλαγμα της μέρας εκείνης, για όσους μ’ όποιον τρόπο την έχουν ζήσει, ν’ αναδυόταν κατευθείαν απ’ τα βάθη της ψυχής και να γινόταν μύθος ή λυγμός ή έστω ένα κρυφό δάκρυ. Ίσως τότε να μην υπήρχε ανάγκη να νομίζουμε πως παλεύουμε για όλα αυτά τα μάταια κι εφήμερα, που τριανταεφτά ολόκληρα χρόνια κάθε τέτοια μέρα μας πληγώνουν, μας χωρίζουν, μας απογοητεύουν, μας συνθλίβουν. Ίσως…

Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

ΜΑΖΕΥΕ ΚΙ ΑΣ ΕΙΝ' ΚΑΙ ΡΩΓΕΣ

Σύμφωνα με όλες τις περιγραφές και τις πληροφορίες ήμουν από τους πολύ δύσκολους και απαιτητικούς. Είχα φτάσει –λένε– στο σημείο να παίρνω το ξύλινο σκαμνάκι, να το τοποθετώ στην αυλή έξω από την πόρτα της κουζίνας και να φωνάζω στη μάνα μου: «Έλα κάτσε». Κάλεσμα-προσταγή, που δεν είχε να κάνει με την ευγένεια και το σεβασμό ή το ενδιαφέρον μου για να ξεκουραστεί από τις δουλειές του σπιτιού, αλλά γιατί με είχε κόψει λόρδα, το βυζί της ήθελα να πιάσω.
Κοντά δύο και χρονών έφτανα κι αφού είχαν αποτύχει –εξακολουθεί να λέει– όλες οι απόπειρες απογαλακτισμού, με κινίνο, βούρτσες ρούχων, πιπέρι κι άλλα… απωθητικά, που τα εξουδετέρωνα καθαρίζοντάς τα πότε με πετσέτες και πότε με τα χέρια, το κόλπο έπιασε με μια αποκριάτικη χάρτινη μάσκα! Τόσο απλά και τόσο άδοξα έκλεισε για μένα το κεφάλαιο μητρικός θηλασμός.
Διάβασα, ότι την περασμένη βδομάδα έγιναν διάφορες εκδηλώσεις στο πλαίσιο της παγκόσμιας εβδομάδας μητρικού θηλασμού, που στόχευε στο να ενθαρρύνει τις μητέρες να μη διστάζουν να θηλάζουν δημόσια τα βρέφη τους, όταν αυτά το ζητάνε. Μπορώ, λοιπόν, βάσιμα να διεκδικήσω την… πατρότητα της ιδέας, αφού θα πρέπει να είμαι ο πρώτος μέλλων πατέρας, που έκανε τη μητέρα του ακτιβίστρια και της έδειξε το δρόμο του δημόσιου θηλασμού μέσα σε μια μεγάλη αυλή στο Περιστέρι. Μπροστά –υποθέτω– στην κολλητή παιδική μου φίλη την Τέτα, την κυρά Μαλάμω με τον γιό της τον Χρίστο, που δεν έμπαινε ποτέ μέσα και μαδούσε –αυτό όλοι το λένε ακόμα– τον τοίχο κι έτρωγε τον ασβέστη, τον κυρ Θανάση που δούλευε κλητήρας στη Βουλή, τη γυναίκα του την κυρία Θάλεια, που ήταν κι η σπιτονοικοκυρά, τον Μήτσο τον ανάπηρο και τον Γρηγόρη το συνταξιούχο, που έπαιζαν συνέχει τάβλι, τη θεία μου τη Σοφία, που με είχε σαν εγγόνι κι εγώ δεν ξέρω πόσους ακόμα άλλους έμεναν στα μικρά σπιτάκια που έβλεπαν στην αυλή κι έβλεπαν και τη μάνα μου μ’ εμένα κρεμασμένο πάνω στο βυζί.

Δεν κατάλαβα, για να είμαι ειλικρινής, γιατί θα πρέπει οι μανάδες να καταφύγουν σ’ αυτή την δημόσια διαδήλωση για να ξεπεράσουν τους δισταγμούς τους, ούτε προς τα πού απευθυνόταν το «ηχηρό μήνυμα», που κάποιες από της πρωτοπόρους ήθελαν να στείλουν.
Ίσως οι μανάδες σήμερα να περνούν με τα παιδιά τους περισσότερο χρόνο στους δρόμους και τις πλατείες, οπότε σίγουρα θα πρέπει να είναι προετοιμασμένες να ταΐσουν τα μωρούλια τους μόλις πεινάσουν. Ίσως κάποιες να είναι αναγκασμένες να τα παίρνουν και στη δουλειά, αφού οι βρεφονηπιακοί σταθμοί δεν επαρκούν, οπότε εκ των πραγμάτων, κάπου ανάμεσα στα εισερχόμενα και την αρχειοθέτηση, πετάνε και κανέναν θηλασμό στο πόδι μπροστά στον προϊστάμενο, τους συναδέλφους και κανέναν πελάτη. Ίσως και τα βυζιά αυτά καθαυτά να μη μοιάζουν μ’ εκείνα της εποχής μου και να έχουν ανάγκη άμεσου θηλασμού οποιαδήποτε στιγμή η στάθμη του γάλακτος ξεπεράσει κάποιο όριο, οπότε αν τις πιάσει «σφίξη» στο δρόμο να είναι έτοιμες για όλα.
Δεν κατάλαβα ακόμα γιατί ήταν τόσο σημαντικό, που στη δημόσια έκθεση των βυζιών συμμετείχαν και οι πατέρες. Τι ακριβώς καμάρωναν, τα παιδιά τους που θήλαζαν πεινασμένα ή τα στήθη της συζύγου που ξεφούσκωναν ανακουφισμένα; ‘Η μήπως καμάρωναν, γενικώς, μέσα σ’ αυτή την τόσο πληθωρική σύναξη;
Αν οι μητέρες σήμερα έχουν τόσες αναστολές για να θηλάσουν τα βρέφη τους, ώστε να χρειάζεται η μαζική δημόσια έκθεση του στήθος τους, ούτε ψύλλος στον κόρφο τους. Αν η παγκόσμια εβδομάδα για την ενθάρρυνση των μητέρων να θηλάσουν τα βρέφη τους, ξεπερνώντας την αδιαφορία, τον φόβο για το σώμα τους, είτε άλλες προκαταλήψεις –όπως εύστοχα επισημαίνει η UNICEF– μετατρέπεται σε ευκαιρία για δημόσια έκθεση βρεφών και μητέρων σε πλατείες και πάρκα, μόνο σαν αφέλεια μπορώ να το δω.
Η μάνα και το βρέφος μέσω του θηλασμού αναπτύσσουν την πιο στενή σωματική και συναισθηματική επαφή, έναν δεσμό ζωής, που απαιτεί τρυφερότητα, φροντίδα, γαλήνη, ηρεμία κι αυτές τις ιδανικές συνθήκες τις εξασφαλίζει μόνο η ιδιωτικότητα. Όλα τ’ άλλα, τα events, τα σασπένς, τα μηνύματα κι οι δημόσιες μαζώξεις, επιτρέψτε μου κυρίες μου και με όλον το σεβασμό που σας τρέφω, είναι εκδηλώσεις που στοχεύουν αποκλειστικά και μόνο στην ψυχαγωγία και ματαιοδοξία σας. (Και καλά κάνετε!)

Τίποτε δεν είναι πιο γλυκό απ’ το να έχεις ως βρέφος, εκείνα τα δικά σου λεπτά δίπλα στην καρδιά της μάνας σου κι ανάμεσα στα χείλη σου την τρυφερή αίσθηση της αποκλειστικότητας και της μοναδικότητας.

Πιστέψτε με, σας μιλάω εκ πείρας!

FOTO ΒΥ:http://www.aera.gr/images/stories/angel/oct/Breastfeeding.jpg

Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΙΣΩ ΑΠ' ΤΙΣ ΚΑΤΣΑΡΟΛΕΣ

Μας αρέσει η γκρίνια κι η μιζέρια. Κλεισμένοι στον εθνικό εναέριο χώρο μας και ασφυκτιώντας στα 6 μίλια, αδυνατούμε να παρακολουθήσουμε γεγονότα και εξελίξεις που μπορούν και πρέπει να μας κάνουν πραγματικά εθνικά υπερήφανους.
Με πρωτοστάτες και πρωταγωνιστές τη συντριπτική πλειοψηφία των ηλεκτρονικών ΜΜΕ στην αποθέωση των «κακών» μαντάτων και των μονοθεματικών «ειδήσεων», χάνονται στον ωκεανό των πληροφοριών και στον καταιγισμό των συμβάντων, «καλά νέα» που μπορούν να μας προσφέρουν μια στάλα αισιοδοξίας και μια υποψία χαμόγελου στα σφιγμένα χείλη.
Είναι χαρακτηριστικό, πόση δημοσιότητα δόθηκε στο γεγονός, ότι κανένα ελληνικό πανεπιστήμιο δεν βρέθηκε στη λίστα με τα 200 καλύτερα του κόσμου, που δημοσιοποίησαν οι «Times» του Λονδίνου, ενώ στον αντίποδα, στα «ψιλά» πέρασε η είδηση για την βράβευση του Μουσείου της Ακρόπολης στο Λονδίνο ως το καλύτερο μουσείο του κόσμου από την Ένωση Βρετανών Δημοσιογράφων-Τουριστικών Συντακτών.

Ας μην απορούμε, λοιπόν, με την εθνική μας απαισιοδοξία και την κοινωνική μας κατάθλιψη. Εκεί, ξαπλωμένοι στον καναπέ της τηλεοπτικής μας αποχαύνωσης, παραζαλισμένοι απ’ τις αναθυμιάσεις του απομεσήμερου και την τσίκνα των φούρνων, χάνουμε επεισόδια ζωής.
Σε πείσμα των καιρών, υπάρχει κι η «άλλη» Ελλάδα, που δημιουργεί, αντιστέκεται, ονειρεύεται και κοιτά με θάρρος κι αισιοδοξία το μέλλον ίσια στα μάτια. Αυτή την Ελλάδα αξίζει ν’ αναζητήσουμε, να συναντήσουμε, ν’ ακολουθήσουμε…

Foto: http://www.athina984.gr/files/news-images

Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010

ΜΕΤΑΞΥ ΔΥΟ ΑΡΓΙΩΝ

Σαν Δευτέρα μου έμοιαζε σήμερα. Στο τσακ δεν είπα «Καλή βδομάδα» το πρωί στα παιδιά του θυρωρείου. Το άδειο κυλικείο φανέρωνε το ιδιαίτερο της μέρας. Η χτεσινή αργία, σε συνδυασμό με το Σαββατοκύριακο που έρχεται, ήταν σκέτη πρόκληση. Ψυχή δε συνάντησα στο ασανσέρ, μόνο από το πρωτόκολλο –στο βάθος του διαδρόμου– ξεχώριζε ανάμεσα σε σκόρπιες γυναικείες φωνές το τρανταχτό γέλιο της Ελένης. Στο γραφείο ο χώρος ήταν αξιοπρόσεχτα κρύος, ενώ από το παράθυρο ο ουρανός έμοιαζε ατόφιο μολύβι. Ο καφές έφτασε στο πιτς-φυτίλι.

Το ταχυδρομείο στο πισι κενό, ο φάκελος με τις εκκρεμότητες μισογεμάτος. Το ημερολόγιο δείχνει ακόμα 26 Οκτωβρίου. Ψάχνω το κουμπί να «σπάσω» λίγο την ψύχρα, το κλιματιστικό ακόμα στην «ψύξη». Καλό χειμώνα; Μου κακοφαίνεται να το παραδεχτώ και πρωί – πρωί δεν έχω κέφι για μελαγχολίες. Ακούω να ξεκλειδώνει η πόρτα του απέναντι γραφείου. Ξεχωρίζω το χαρακτηριστικό τσιγαρόβηχα του Τρύφωνα. Καιρός ήταν. Πάει οχτώ και είκοσι. Σήμερα τελειώνουν κι οι συμβάσεις. Μεθαύριο τελειώνει ο μήνας. Αρχίζω ν’ απολαμβάνω το καφεδάκι μου.

Δεν είχε και free press στο μετρό. Γλύτωσε απ’ τον Κύρτσο ο Παπανδρέου. Προσωρινά. Ο Σαμαράς από τις Βρυξέλλες του αφιέρωσε οχτάστηλες δηλώσεις. «Εγώ δεν είμαι Παπανδρέου». Αυτή είναι η Μαριάννα. Είναι 22 χρονών πτυχιούχος Παντείου. Τα παιδιά των stage περνάνε με σκυμμένα κεφάλια για να υπογράψουν. Τελευταία για τους περισσότερους μέρα. Από Δευτέρα τι; Καλά που έρχεται Σαββατοκύριακο. Για κάποιους τετραήμερο και με πλήρεις αποδοχές. Κάποιοι στην ανεργία με το χαρτζιλίκι των γονιών. Βάζω στο αρχείο την εγκύκλιο Ραγκούση για το ωράριο. Ο καφές κρυώνει γρήγορα σήμερα.

Ο Δημήτρης περνάει να με χαιρετήσει. Βουρκώνει. «Μη με πάρουνε κι εμένα τα ζουμιά, γαμώτο μου». Κουράγιο κι ενθάρρυνση θέλουν τα παιδιά. Σαν χτες τον θυμάμαι να έρχεται μαζί με καμιά δεκαπενταριά –μπορεί και είκοσι– άλλους. Χτυπάει το τηλέφωνο. Απομακρύνεται διακριτικά, όπως διακριτικά συνεργάστηκε με τους συναδέλφους του γραφείου όλους αυτούς τους μήνες, όχι –τι λέω;– πάνε πάνω από τρία χρόνια. Προχτές μας είχε κεράσει απ’ το μισθό του. Δεκατρία ευρώ μεροκάματο. Χωρίς ασφάλιση. Κάποιοι παλιοί που έφυγαν έχουν τρέξει στους δικηγόρους. Πίκρα, το κατακάθι παγώνει τα χείλη.

Κολλάω το κίτρινο post it στο σημειωματάριο. Τη Δευτέρα να θυμηθώ να κοιτάξω και την υπόθεση Χρονόπουλου. Τα παιδιά μου χαμογελάνε αμέριμνα μέσα στις ασημένιες κορνίζες. Ανοίγω το τραντζιστοράκι να σπάσει η μουγκαμάρα. 10,1%. Δεκαέξι εκατομμύρια άνεργοι στην Ευρώπη. Δεν είναι αριθμοί, είναι άνθρωποι. Είναι Παρασκευή επιτέλους. Ο Αργύρης μπήκε με ορμή να με πειράξει για το ντέρμπι. Χτυπά αδέξια τα χέρια στο γραφείο «Ο Νόμπλιας από αύριο μπαίνει στην ανεργία!» Κι αυτός με stage;. Ο καφές έχει ξεραθεί μέσ’ στο φλιτζάνι από ώρα.

Έφτασε επιτέλους Σαββατοκύριακο. Πώς περνά η ώρα στην Υπηρεσία!...

Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2010

Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΕΞΩ

Είναι ζωντανή και έχει τον τρόπο κάθε φορά που βρίσκομαι κοντά της να μου το υπενθυμίζει. Πότε είναι με το αφρισμένο πήγαιν’ – έλα της, πότε με τους γαλήνιους ιριδισμούς της, μαγνητίζει το βλέμμα μου και με παρασέρνει σε λυτρωτικές ονειροπολήσεις. Η θάλασσα του Κορινθιακού δεν είναι σαν τι άλλες θάλασσες. Αλλάζει μορφές ανάλογα με τις περιστάσεις και κατευθύνσεις από τη μια στιγμή στην άλλη, λες κι άλλαξε αιφνίδια διάθεση.
Περίμενα με ανυπομονησία να την ξαναδώ και δεν με διέψευσε ούτε αυτή τη φορά. Την άκουγα πλησιάζοντάς την να χτυπά ρυθμικά στο στηθαίο, σαν να έκανε χαρές, που με το που έφτασα έτρεξα αμέσως κοντά της. Ήταν έξω. Είχε καταπιεί όλη την παραλία που ζέσταινε το καλοκαίρι νωχελικά ξαπλωμένα σώματα και παιχνιδιάρες παιδικές πατούσες. Άπλωνε γλυκά τους αφρούς της χαϊδεύοντας τις σμιλεμένες πέτρες, που ίσα προλάβαιναν να ξεμυτίσουν για μια ανάσα πριν το επόμενο κύμα τις σκεπάσει με βιασύνη.
Δεν έμεινα ν’ ακούσω τι ψιθύριζε στ’ αρμυρίκια, ούτε να χαζέψω τι έφερνε στ’ αγκίστρι η πετονιά του ψαρά που –λίγα μέτρα πιο κάτω– ανυπόμονα τραβούσε προς τα έξω. Το ψιλοβρόχι άρχισε να δυναμώνει. Ένα αγροτικό αυτοκίνητο διατάραξε παράφωνα τους ήχους της φύσης όπως πέρασε βιαστικό. Μερικά σπουργίτια αναζητούσαν καταφύγιο ανάμεσα στα κεραμίδια. Πεινούσα.
Μαζί στο μικρό τραπέζι της κουζίνας. Ανυπόμονοι δραπέτες της καθημερινότητας. Βιαστικοί φυγάδες των αστικών τειχών. Η τρυφερότητα και το ενδιαφέρον στρωμένα με μεράκι. Οι κινήσεις γεμάτες φροντίδα. Έκοψα το φρέσκο ζυμωτό ψωμί, έπλυνε τις ντομάτες. Το φαγητό ανεπιτήδευτο, μα όχι πρόχειρο. Τα αυγά άστραφταν σαν λαχταριστοί ήλιοι, μελάτα μάτια γυάλιζαν όλο φρεσκάδα. Μια σαλάτα, τυρί, ένα ζβαν. Ένα ποτήρι κρασί. Κάθε μπουκιά μια απόλαυση, ένα νοσταλγικό πισωγύρισμα σε χρόνους αλλοτινούς. Κάθε γουλιά ένα βήμα ακόμα πιο μακριά από τα πρέπει και τα δήθεν.
Η βροχή είχε στήσει για καλά το ρυθμικό χορό της. Έφερνα μια καλολαδωμένη μπουκιά στο στόμα όταν κι εκείνη μου είπε πόσο απολάμβανε αυτές τις στιγμές. Δε μίλησε με το στόμα –ήταν βλέπεις γεμάτο– αλλά με τα μάτια. Μ’ ένα βλέμμα ίδιο η πράσινη θάλασσα. Μ’ αυτά τα μάτια, που φωτίζονται από ζωντάνια κι έχουν τον τρόπο να μου μιλάνε κάθε φορά που βρίσκομαι κοντά τους. Άλλοτε γαλήνια κι αστραφτερά κι άλλοτε πάλι συννεφιασμένα ή μελαγχολικά. Τα μάτια αυτά δεν μοιάζουν μ’ οποιαδήποτε άλλα. Μέσα τους ζει ο κόσμος μου, εκεί κουρνιάζουν οι φόβοι μου κι από ‘κει πάλι ξεπηδάνε οι ελπίδες μου. Εκεί ανατέλλουν οι ήλιοι μου και ‘κει λάμπουνε τα φεγγάρια μου. Είναι η αφορμή να ερωτεύομαι κι ο λόγος για να υπάρχω.
Έκλεισα ασυναίσθητα τα μάτια, να κλείσω τη στιγμή, ν’ ασφαλίσω το βλέμμα, να κλειδώσω το φως σου, να φυλάξω μέσα μου τα μάτια σου.
Η θάλασσα έξω, μέσα στα μάτια σου.

Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

ΝΟΜΟΤΑΓΗΣ ΚΑΠΝΙΣΤΗΣ

Το ‘χω κόψει κοντά δέκα χρόνια. Στην αρχή ήμουν όλο εκνευρισμό και υπερένταση. Με το χρόνο η έννοια του μου πέρναγε και μόνο σε τίποτε εξόδους ή διασκεδάσεις –ξέρεις εκεί με τις παρέες και τις μουσικές– ερχόταν νοσταλγικά η ανάμνησή του για να με κολάζει. Τίποτε, το άντεχα!
Πιο πολύ από πείσμα ήταν παρά ο φόβος τυχόν αρρώστιας. Η γυναίκα μου έχει να το κάνει, αφού ο φίλος γιατρός που τράβηξε την πλάκα –πιο πολύ για πλάκα λόγω μιας εποχιακής δύσπνοιας– έπαθε στο μεταξύ δύο εμφράγματα κι ο Παναθηναϊκός –φανατικός βάζελος– έκανε δέκα χρόνια και βάλε για να δει πρωτάθλημα!
Και πάνω που όλα κυλούσαν κι είχα το πάνω χέρι, χωρίς να ‘χω ακουμπήσει τσιγάρο ούτε για δοκιμή, σκάει ο νόμος του Αβραμόπουλου για το κάπνισμα. Καλά, στην αρχή αυτόν το νόμο όλοι τον γράψανε και πήγαινε ολοταχώς να συναντήσει στα αζήτητα εκείνον τον μνημειώδη νόμο του Παπαθεμελή για το ωράριο –ποιος τον θυμάται άραγε, όχι μόνο τον Παπαθεμελή, αλλά και το νόμο για το ωράριο! Να ‘σου όμως και πηγαίνει ο Αβραμόπουλος στα αζήτητα –μαζί με όλη τη σεμνή και ταπεινή διακυβέρνηση– κι έρχεται η Μαριλίζα να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Ποια θέση τους, εδώ που τα λέμε, τα τασάκια μόνο να βγάλει απ’ τη θέση τους την ένοιαζε και τον κόσμο στους δρόμους και στα πεζοδρόμια, όχι μόνο να διαμαρτύρεται για το μνημόνιο, αλλά και για να καπνίσει ένα τσιγάρο!
«Καλά», θα μου πεις, «κι εσένα τι σε νοιάζει; Αφού εσύ δεν καπνίζεις, δεν είσαι ευτυχής, που τώρα θα διασκεδάζεις σε υγιεινή ατμόσφαιρα και θα μπορείς ν’ απολαμβάνεις σ’ όλο τους το μεγαλείο κι όχι μέσα στην κάπνα τα μωρά που ανεβαίνουν στο τραπέζι για να ξορκίσουν το σεβντά τους μ’ ένα τσιφτετέλι;» Τι να την κάνω την υγεία μέσ’ στην κόλαση, βρε παιδί μου! Κείνες τις ώρες και τον Κεράνη αυτοπροσώπως –που λέει ο λόγος– να ‘χα μπροστά μου θα τον… κάπνιζα! Αλλά, αφού αυτός έχει κλείσει, άστε με να φτιάχνομαι τουλάχιστον έστω και ως παθητικός καπνιστής!
Το χειρότερο μας όμως μ’ έχει βρει στο γραφείο. «Πρόστιμο», γράφει η ανακοίνωση του Λοβέρδου –μετά τη Μαριλίζα ανέλαβε να βγάλει αυτός τα κάστανα και τα τσιγάρα απ’ τη φωτιά και τους μαγαζάτορες των κέντρων έξω απ’ τα ρούχα τους– βάσει του νόμου τάδε παράγραφος τάδε –πού ‘σαι Ζαμπέτα– το κάπνισμα απαγορεύεται δια ροπάλου σ’ όλους τους εσωτερικούς δημόσιους χώρους κι επιτρέπεται μόνο έξω στο δρόμο.
Ευρώπη γίναμε! Από τασάκια στα θρανία που διεκδικούσαμε στα γυμνασιακά μας χρόνια, θα διεκδικούμε τώρα τασάκια στα πεζοδρόμια.
«Καλά», θα μου πεις και πάλι –το ‘χω καταλάβει από ώρα ότι είσαι βαλτός– «κι εσένα τι σε κόφτει γι’ αυτούς που θα βγαίνουν έξω στο κρύο και τ’ αγιάζι σε λίγο καιρό που θα χειμωνιάσει; Δεν χαίρεσαι που και την ταλαιπωρία γλυτώνεις και τα έξοδα από τις συνεχείς ανατιμήσεις των τσιγάρων λόγω αύξησης του ΦΠΑ;» Τι να την κάνω την οικονομία, βρε παιδί μου! Κείνες τις ώρες που αδειάζει το γραφείο και πέφτει όλη η δουλειά πάνω μου και το Λοβέρδο αυτοπροσώπως –που λέει ο λόγος– να ‘χα μπροστά μου, θα του πέταγα όλους τους φακέλους στα μούτρα. Αλλά, αφού τώρα τηρείται ο νόμος, το κάθε τσιγάρο των συναδέλφων διαρκεί τουλάχιστον μισή ώρα, με το που θ’ ανοίξουν το πακέτο και θα κατέβουν απ’ τον έβδομο κάτω στο πεζοδρόμιο μέχρι να ευαρεστηθούν να επιστρέψουν.
Μισό πακέτο, επί μισή ώρα… Μέχρι υπερωρίες θα γράφουν σε λίγο όλοι οι νομοταγείς υπάλληλοι καπνιστές. Αυτός είναι ο μόνος νόμος που στα υπουργεία θα εφαρμοστεί πιστά από τους θεριακλήδες δημοσίους υπαλλήλους κατά γράμμα –και χωρίς ερμηνευτική εγκύκλιο!

Σκέφτομαι, το λοιπόν, πολύ σοβαρά να ξαναρχίσω το κάπνισμα. Ούτως ή άλλως, εκτός από τα προφανή οφέλη που θα έχω σε καθημερινή βάση, θα βρω κι έναν ακόμα τρόπο να αντιστέκομαι στην κυβέρνηση, βρε παιδί μου, όπως κάνει ο κάθε πολίτης που σέβεται τη σήμερον ημέρα τον εαυτό του.
Ουφ, μπάφιασα!

Foto: Andrzej Radka

Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

Η ΑΛΛΗ ΚΑΤΑΛΗΨΗ

«Κατάληψη – Όχι στο νέο σχολείο» γράφει το πανό που έχουν αναρτήσει οι καταληψίες μαθητές στην αμπαρωμένη σιδερένια καγκελόπορτα του 2ου Λυκείου.
Για την πραγματοποίηση της «κατάληψης» ψήφισαν οι μαθητές και το αποτέλεσμα ήταν συντριπτικό, 234 υπέρ με 36 κατά. Έτσι, από την περασμένη Δευτέρα το σχολείο έχει καταληφθεί από μαθητές, τα μαθήματα έχουν διακοπεί, στο προαύλιο παιχνίδια και χαβαλές, ενώ ορισμένοι καθηγητές μπαινοβγαίνουν αδυνατώντας να επηρεάσουν ουσιαστικά τις εξελίξεις.
Μεταξύ των κυριότερων αιτημάτων τους –όπως τουλάχιστον μου τα μετέφερε ο γιος μου– είναι το θέμα της μείωσης του αριθμού των απουσιών, η έλλειψη σε πετρέλαιο θέρμανσης και οι ελλείψεις στα βιβλία των αγγλικών, που θ’ αγοράζονται από τους μαθητές.
Έθιμο ή καλύτερα πρακτική, που χρονολογείται κοντά δυο δεκαετίες, οι καταλήψεις των σχολείων λίγο μετά το ξεκίνημα της σχολικής χρονιάς, κάθε φορά στο όνομα των διαχρονικών αναγκών κι ελλείψεων των σχολείων, πάντα βρίσκει αιτήματα για να νομιμοποιήσει την πραγματοποίησή της. Οι μικρές μειοψηφίες που αποτελούν παραδοσιακά τους πυρήνες των κινητοποιήσεων, μετατρέπονται σε συντριπτικές πλειοψηφίες μέσα από «μαζικές συνελεύσεις» και «δημοκρατικές διαδικασίες».
Η φετινή κινητοποίηση, κρίνοντας απ’ τα αιτήματα –μέχρι και τον Καλλικράτη μας ανέφερε καθηγητής ότι είχαν ανακατέψει στις διεκδικήσεις– έχω την αίσθηση, ότι στο μόνο πλαίσιο που αντέχει να συγκριθεί με αντίστοιχες προηγούμενες, είναι αυτό της πολιτικής κοινωνικοποίησης των παιδιών. Η φτώχια των αιτημάτων σε καμιά περίπτωση δεν αντανακλά την πραγματική φτώχια της εκπαίδευσης και της ουσιαστικής ανάγκης που υπάρχει για ριζική αναδιοργάνωση και εκ βάθρων ανασχεδιασμό. Σε ποιο βαθμό όμως αυτό γίνεται αντιληπτό ως διεκδίκηση από την κοινωνία, όταν με κεφαλαία γράμματα εκπέμπεται ένα τεράστιο «ΟΧΙ ΣΤΟ ΝΕΟ ΣΧΟΛΕΙΟ»;
Θα ‘θελα να μάθει το παιδί μου να συμμετέχει στις κοινωνικές κινητοποιήσεις. Θα ‘θελα ν’ αγωνίζεται διεκδικώντας καλύτερο μέλλον. Θα ‘θελα να είναι σε θέση ν’ αξιολογεί και να κρίνει αυτά που του προτείνονται. Θα ‘θελα να μπορεί να αιτιολογήσει, πρώτα στον εαυτό του, την όποια του επιλογή. Τι απ’ όλα αυτά μαθαίνει μέσα απ’ αυτήν τη διαδικασία του χαβαλέ και της πλάκας; Τίποτα. Τώρα, στα πρώτα του εφηβικά βήματα, οδηγείται ν’ αποφασίζει μέσα από διαδικασίες αγέλης. Διαπαιδαγωγείται στη μονολιθικότητα και την αυθεντία της μιας γνώμης. Εμπεδώνει τις δημοκρατικές διαδικασίες σαν αποθέωση της αυθαιρεσίας. Μιμείται συμπεριφορές που αναπαράγουν αναχρονιστικά μοντέλα επικοινωνίας και κοινωνικών σχέσεων.
Δεν τον θέλω «καθ’ εικόναν και ομοίωσιν». Ούτε όμως και εικόνα μιας κοινωνίας που αναζητά τα πρότυπά της μέσα από την τηλεόραση και τις κλειδαρότρυπες.
Υπάρχουν κανόνες, αξίες κι αρχές. Ας ακούσει, ας ψάξει, ας τις γνωρίσει κι αν δεν του αρέσουν, ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν, ν’ αγωνιστεί για να τις ανατρέψει και να τις αλλάξει.
Πρώτα όμως νομίζω πως θα πρέπει, να μάθει να μαθαίνει, ν’ αναζητά και να προβληματίζεται. Κι αυτό πολύ θα ‘θελα να υπάρξει ένα σχολείο που να μπορέσει κάποτε να το διδάξει και τα παιδιά να το καταλάβουν γιατί θα το θέλουν, αντί να το καταλαμβάνουν, επειδή έτσι θέλουν...

Τετάρτη, 6 Οκτωβρίου 2010

ΣΤΟ ΣΚΑΜΝΙ

Aπό μικρός είχε την τάση να βγάζει λόγους. Μόλις έσερνε το σκαμνί ή την ψάθινη καρέκλα για ν’ ανέβει πάνω της, σαν μια παράξενη μαγεία να έκλεινε τα στόματα των παρευρισκόμενων κι όλα τα βλέμματα μαγνητίζονταν θαρρείς και στρέφονταν προς το μέρος του. Η τσιριχτή λεπτή φωνή του αντηχούσε σ’ όλη την αυλή και ξεσήκωνε γέλια και χειροκροτήματα σε κάθε λέξη που κόλλαγε το «ρο» μέχρι να το φάει τελικά η μαρμάγκα και να γίνει «γο».
Τη μια γινόταν «Δήμαγγγγχος», την άλλη «Υπουγγγός», πότε έφτιαχνε «δγγγόμους» και πότε «γέφυγγγες».
Ο Θύμιος γεννήθηκε αρχές της δεκαετίας του ‘60. Ο θείος Αρίστος –δραστήριος αντιπρόεδρος του εξωραϊστικού συλλόγου της γειτονιάς– απ’ όταν ήταν νήπιο ακόμα τον ανέβαζε στους ώμους και τον έπαιρνε μαζί του –εκτός από το γήπεδο– σε πολλές απ’ τις προεκλογικές συγκεντρώσεις υποψηφίων βουλευτάδων και δημάρχων, που όργωναν, σαν πλησίαζαν οι εκλογές, τους χωματόδρομους και τις φτωχογειτονιές, πότε τάζοντας «σχέδιο», πότε δουλειές και πότε «ύδρευση κι αποχέτευση».
Έτσι, το «καμάρι» δεν άργησε να ξεσηκώσει εκφράσεις και συμπεριφορές και να αντιγράψει ατάκες και κινήσεις, που του έκαναν εντύπωση. Ήμασταν κι εμείς πειραχτήρια, ήθελαν κι οι μεγάλοι να σπάσουν πλάκα και τον τσιγκλούσαν κάθε τόσο να βγάλει λόγο. Οι μόνοι που καμάρωναν σα γύφτικα σκεπάρνια μόλις ο μικρός τους άρπαζε το σκαμνί, ήταν ο θείος κι η θεία Αρετή –όνομα και πράμα– που κρέμονταν απ’ τα χείλη του –κι έσφιγγαν τα δικά τους– μέχρι να βγει το κάθε «γο».
«Δεν έχουμε νερό», του φωνάζαμε από τη γαλαρία κι εκείνος με έναν αστείο στόμφο πάνω απ’ το σκαμνί, υποσχόταν μ’ ετοιμότητα: «Θα σας φέγγγγω και νεγγγό».
Το πόσιμο νερό τελικά πήγε σ’ εκείνες και στις άλλες γειτονιές, πήγαν κι οι δρόμοι κι η άσφαλτος μαζί. Οι λάσπες κι οι αλάνες εξαφανίστηκαν και μαζί τους οι χείμαρροι και τα ρυάκια. Το «σχέδιο» –μαζί και τα λεωφορεία– έφτασε μέχρι τα νταμάρια και τις παρυφές των γύρω βουνών. Ο «συντελεστής δόμησης» κάλυψε τις ταράτσες, που ξαπλώναμε τα καλοκαίρια στρωματσάδα κάτω απ’ τ’ άστρα και η «αντιπαροχή» έθαψε τις αυλές με τα γιασεμιά, τ’ αγιοκλήματα και τα τριαντάφυλλα κάτω από τόνους μπετό και σίδερα.
Οι υποψήφιοι δήμαρχοι μόνο κι οι βουλευτάδες συνεχίζουν ακόμα να αλωνίζουν προεκλογικά τις απρόσωπες από χρόνια γειτονιές, φορτωμένοι χαμόγελα και καλές προσθέσεις για «εφικτές λύσεις» και «ποιότητα ζωής». Από κοντά κι ο Θύμιος, που το παιδικό χούι το έκανε με τον καιρό επάγγελμα, εξακολουθεί να υπόσχεται –όχι πλέον πάνω από το σκαμνί– με το ίδιο όμως σθένος κι αποφασιστικότητα «χώγγγους πγγγασίνου», «κυκλοφογγγιακές γγγυθμίσεις» και «θέσεις πάγγγκιγκ».
Εκτός από το ρο –που κανείς από μας δεν το προσέχει πια– έχει φάει για χρόνια και την αυτοδιοίκηση με το κουτάλι. Την ξέρει σαν την χούφτα του, με τα καλά και τα κακά της. Με τις προεκλογικές συμφωνίες κάτω ή δίπλα απ’ το τραπέζι. Με τα χρίσματα και τους αντάρτες. Με τις εργολαβίες και τις αναθέσεις. Με τους συμβασιούχους και την καθαριότητα. Με τους σκαμμένους δρόμους και τα έργα της τελευταίας στιγμής.
Έχει άγχος αυτή τη φορά, γιατί –όπως εκμυστηρεύεται κατ’ ιδίαν– «ο κόσμος είναι δυσαγγεστημένος με την κυβέγγγνμηση και θα την πληγγγώσουν οι δήμαγγγχοι κι οι πεγγγιφεγγγειάγγγχες».

Κάποιος, επιτέλους, πρέπει να «πληγγγώσει», Θύμιο μου, για ‘κείνα και τ’ άλλα που επί τόσες δεκαετίες τα έχουμε πληρώσει –και ξαναπληρώσει– και, δυστυχώς, μας έχουν όλους τόσο πολύ πληγώσει...

Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010

ΝΤΑΪΛΙΚΙΑ

Τα φορτηγά ασκούσαν από παλιά πάνω μου μια ξεχωριστή γοητεία. Κάτι ο όγκος, κάτι οι δυνατές κόρνες, κάτι οι ανατροπές ή οι τεράστιες ρεζέρβες μ’ εντυπωσίαζαν και δεν ήταν λίγες οι φορές που, αν τύχαινε να δω κανένα τους να περνάει, μαγνήτιζε το βλέμμα μου μέχρι να χαθεί στην πρώτη στροφή.
Ίσως δεν ήμουν ο μόνος, αφού μεγαλώνοντας διαπίστωσα, ότι ενέπνευσαν κατά καιρούς και διάφορους ασχολούμενους με τη λογοτεχνία, την ποίηση, αλλά και τη στιχουργική κι έγιναν αφορμή για να γραφούν πολλές ιστορίες κι ακόμα περισσότερα τραγούδια. ‘Ηταν ίσως κι οι ίδιοι οι φορτηγατζήδες τραβηχτικοί από τη φύση τους κι έτσι δεν είναι τυχαίο που κατέχουν ιδιαίτερη θέση στο στιχουργικό μας πάνθεον.
Στο Δημοτικό, με τις πρώτες εκδρομές, με εντυπωσίαζαν τα πούλμαν. Χρωματιστά, καλογυαλισμένα, με τεράστια παράθυρα και ραδιόφωνα. Συναγωνιζόμασταν με την πιτσιρικαρία των συμμαθητών ποια τάξη θα έχει το πιο ωραίο και μετά κατά τη διάρκεια της διαδρομής το πλημμυρίζαμε με τις προτροπές μας: «Βάλε φόρα οδηγέ να τους προσπεράσουμε!...»
Η χειρότερή μας ήτανε αν τύχαινε να συναντηθούμε, όπως αλητεύαμε με τα ποδήλατα, με κανένα βυτιοφόρο που άδειαζε κάποιο βόθρο. Τα βυτία αυτά ήταν για μας τα χειρότερα, ώρες έκανε να ξεβρομίσει μετά η γειτονιά κι ακόμα παραπέρα. Κρατούσαμε τις μύτες μας μέχρι που πονούσαν και κοντεύαμε να σκάσουμε.
Είχε κι ο θείος Ανάργυρος ένα φορτηγό, που έκανε πιάτσα από τα ξημερώματα στο Περιστέρι, αλλά αυτό ήτανε πιο μικρό κι ήτανε «γιώτα χι» κι έκανε μόνο μεταφορές, μέχρι που –εκεί γύρω στο 1983–84 ή και λίγο αργότερα– το μίσθωσε στον ΟΤΕ και «λίγδωσε το άντερό του», όπως συνήθιζε να λέει –χρόνια μετά– όταν πια είχε πάρει σύνταξη, είχε νοικιάσει και το τριώροφο στο Λόφο Αξιωματικών και ζούσε μόνιμα στο κτήμα του στον Ωρωπό.
Την ίδια περίπου εποχή, άρχισαν να γεμίζουν οι εθνικές φορτηγά και τα ραδιόφωνα και τα μπουζουξίδικα να στοιχειώνουν με τη φωνή του Γιώργου Σαρρή και τις «Νταλίκες» του. Δεν είναι ίσως τυχαίο, που η δεκαετία του ’80 οριοθετήθηκε λες από τα εντυπωσιακά αυτά τροχοφόρα, πρώτα από την αλησμόνητη φωνή της Σωτηρίας Μπέλλου –κάπου εκεί γύρω στο 1981– με τη διαχρονική «Νταλίκα» του Δήμου Μούτση και με το «Τρελό Φορτηγό» του αξέχαστου Μάριου Τόκα και τη μοναδική φωνή του Γιάννη Πάριου, που μας τρέλανε με τη σειρά του στα τέλη περίπου του 1989.
Τις προάλλες, στο θέατρο «Πέτρας», με την ευκαιρία της συναυλίας για τα 20 χρόνια, που γιόρτασαν οι Γιατροί του Κόσμου, θυμήθηκα μέσα στη δροσερή φθινοπωρινή βραδιά, το μπλε φορτηγό της μάντρας του κυρ Μιχάλη, που μας έπαιρνε μαζί με το γιό του τον Δημήτρη κάτι καλοκαιριάτικα πρωινά και μας ανέβαζε ψηλά στο βουνό βόλτα, για να φορτώσουμε στην καρότσα πότε άμμο και πότε γαρμπίλι από το νταμάρι που λειτουργούσε τότε στην ίδια θέση.
Τώρα πια, οικογενειάρχης μ’ αυτοκίνητο και σπίτι σ’ εξοχή, τα φορτηγά και τις νταλίκες τα παρατηρώ –και τα ξορκίζω– κανένα Σαββατοκύριακο που θα τύχει να εδράμω προς Διακοφτό, οπότε –εκεί μετά την Κόρινθο που η εθνική δεν είναι ούτε Δέλτα Εθνικής Κατηγορίας– είμαι υποχρεωμένος να μετρώ τα χιλιόμετρα μ’ έναν κόμπο στο λαιμό δίπλα σε φορτηγά ψυγεία, βυτία καυσίμων, ρυμουλκούμενα, πούλμαν των μυρίων ΚΤΕΛ, τουριστικά λεωφορεία και αρθρωτά μεγαθήρια διεθνών μεταφορών.

Σκληραίνει –ακούω– η κυβέρνηση τη στάση της απέναντι στους ιδιοκτήτες φορτηγών. Δεν ξέρω καν αν πρόκειται για ‘κείνους τους φορτηγατζήδες που είχα στο παιδικό μου μυαλό, με το ηλιοκαμένο πρόσωπο και τα γεροδεμένα μπράτσα. Δεν ξέρω καν μέχρι πού φτάνει κι αυτή η «κόκκινη γραμμή», που αποφασίστηκε να μπει –πέρα για πέρα– σε ότι ίσαμε χτες μας είχαν μάθει να νομίζουμε για δικό μας. Νομίζω όμως, πως ήρθε η ώρα να σταθούμε στην ουρά εδώ και τώρα –σαν τα φορτηγά τα παρκαρισμένα στις εισόδους των εθνικών οδών– για να πληρώσουμε τις δανεικές κι αγύριστες ελπίδες για λεωφόρους προκοπής κι ευημερίας, που χρόνια ολόκληρα έπαιρναν παρατάσεις κι εξαργυρώνονταν –πάντοτε μετρητοίς– με ψήφους, διαπλοκές και «χορηγίες».

Φωτο: http://photo.net/no-words-forum/00SgNX

Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2010

ΤΟ ΠΡΟΣΚΕΦΑΛΙ

Λέγεται και προσκέφαλο.
Από παιδί είχα συνδέσει αυτή τη λέξη με δυσάρεστα συναισθήματα και καταστάσεις. Μου έφερνε στο νου αρρώστια, συμπόνια, παρηγοριά, θλίψη. Την ξαναθυμήθηκα τις τελευταίες μέρες, μέσα σε ατέλειωτες ώρες σιωπής σε καταστολή ή ηλεκτρονικούς θορύβους μηχανημάτων, απέναντι από βλέμματα που κυλούν στο άπειρο του ταβανιού και σε ματιές που χάνονται σε αναμνήσεις χρόνων.
Σ’ ένα προσκεφάλι δίπλα μπορείς να σκεφτείς εκείνα που η καθημερινότητα προσπερνάει αδιάφορα κι οι προτεραιότητες της ζωής εξοστρακίζουν στα αζήτητα.
Μπορείς να δεις μέσα στο μισοσκόταδο δίπλα στο προσκεφάλι να ξεπηδούν λευκοντυμένες όχι μόνο οι φιγούρες γιατρών και νοσοκόμων, αλλά κι εικόνες ζωής, σαν σκηνές από ταινίες με τον Χοντρό και το Λιγνό στο Σινεάκ, σαν ζωγραφιές στο τετράδιο της πρώτης Δημοτικού, σαν εικόνες από παιχνίδια με τους προσκόπους στο Σούνιο, σαν βόλτες με το πλοιάριο στα Σελήνια, σαν γαρίδα καθαρισμένη απ’ το μεζέ κάποιου ούζου στην «Αίγλη».
Ο χρόνος είναι βασανιστικά αργός, για να δώσει, λες, ευκαιρίες στη ζωή, αλλά συνάμα και σε σένα, για να δεις, να σκεφτείς, να νοιώσεις. Μετρώντας τα λεπτά με τις σταγόνες του ορού μπορείς να βυθιστείς, να κυλήσεις αργά-αργά μέσα σε φλέβες ασβεστωμένες πια απ’ το χρόνο, που κάποτε κόχλαζαν κατακόκκινη λαχτάρα σε μπράτσα γεμάτα αγκαλιές και δύναμη και σε μιλίγκια φλογισμένα από ιδέες και όνειρα. Ακολουθώντας τα ρυθμικά ηλεκτρονικά τικ τακ του καρδιογράφου, σαν βήματα σιγανά λες, φτάνεις ως τα βάθη μιας καρδιάς που είναι έτοιμη να χαθεί σαν λευκή σκιά στην επόμενη γωνία της γραμμής, αντί να βροντά μ’ ορμή το χέρι στο τραπέζι πλημμυρισμένη από πάθος και αγάπες. Παρακολουθώντας τ’ οξυγόνο να κοχλάζει νευρικά μέχρι να φτάσει το σωληνάκι στα ξέψυχα ρουθούνια, ορμάς σε πνεύμονες που στον αέρα, λες, έχουν κλείσει τις χαραμάδες και από χρόνια μια μαύρη κουκίδα από νικοτίνη βασιλεύει, εκεί που η φωνή ορθωνότανε αυθόρμητα για να κυλήσει δυνατή και γάργαρη σαν γέλιο, σαν τραγούδι, σαν φοβέρα .
Είναι πολλά αυτά που σ’ ένα προσκεφάλι δίπλα θα μπορούσες να σκεφτείς, ίσως είναι πολλά κι εκείνα που θα ’θελες να μπορούσες να διορθώσεις, ένα όμως μπορείς με σιγουριά να κάνεις –ίσως έτσι όπως σ’ αυτό το προσκεφάλι απλώνεις ένα χάδι σου– ν’ αφήσεις την ελπίδα να βρει να φωλιάσει και να ζήσει, εκεί, ανάμεσα σε κάτασπρα μαλλιά, βουβές βραδιές και σκόρπιες αναμνήσεις.

Photo by: Ben Goossens

Παρασκευή, 3 Σεπτεμβρίου 2010

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ

Ότι ετοιμαζόμουν να φύγω για το σπίτι όταν τον είδα να προβάλει δισταχτικός απ’ την πόρτα του γραφείου. Τον καλωσόρισα εγκάρδια. Ήταν από τους συναδέλφους που σε κερδίζουν με τη διακριτικότητα και την ευπρέπειά τους και που συνήθως με την αποχώρησή τους αφήνουν μια αίσθηση έλλειψης στη θέση τους.
Επί πολλά χρόνια μοίραζε τη ζωή του μεταξύ αρχείου και νοσοκομείου, ανάμεσα στους παμπάλαιους τόμους βιβλίων και στην κατάκοιτη από ανίατη αρρώστια γυναίκα του. Τον συλλυπήθηκα για μια ακόμα φορά κι έσπρωξα ελαφρά την πολυθρόνα προς το μέρους του. Αισθανόμουν και κάπως άβολα, γιατί δεν είχα πάει στο μνημόσυνό της την περασμένη Κυριακή.
Αν και με κάποια νευρικότητα στις κινήσεις, έδειχνε ξελαφρωμένος κι η όψη του διατηρούσε τη χαρακτηριστική –παρά τα χρόνια του– αρχοντιά της, ενώ ένα αδιόρατο αμήχανο χαμόγελο γλύκαινε ακόμα περισσότερο το πρόσωπό του. Μιλήσαμε για τη δουλειά και τις πολλές μου υποχρεώσεις, για τις εκδόσεις που έχουν περιοριστεί αισθητά, για το διαδίκτυο που κερδίζει καθημερινά και νέους φίλους. Μιλήσαμε όμως και για το καλοκαίρι και τις διακοπές μου στη Χίο, για τη μεγάλη του αγάπη, την Άσσο, που τόσο του λείπει, για τον Πανάγο, για τη Χριστίνα και το Βασίλη. Για πότε χώρεσαν όλα αυτά σε μια κουβέντα πέντε λεπτών; Η σιωπή που ξεπετάχτηκε ξαφνικά ανάμεσά μας, μόλις γύρισε και με κοίταξε ολόισια στα μάτια λέγοντάς μου «Θέλω μια χάρη από σένα!», ήταν τόσο αιφνιδιαστικά κραυγαλέα, που αμφιβάλω αν ακούστηκε το «Στη διάθεσή σου, Γιώργο μου!»
Να επιστρέψει ήθελε, να του δώσω την άδεια –αν ήταν αποκλειστικά στο χέρι μου– να ξαναβρεθεί πίσω στους παμπάλαιους τόμους, στο γραφείο του που ήταν έτοιμο να βουλιάξει από τις σκόρπιες σελίδες και τ’ από χρόνια αταξινόμητα περιοδικά. Στο γραφείο που κανείς δεν είχε τολμήσει από τότε που πήρε σύνταξη να χρησιμοποιήσει, παρά έμενε σκοτεινό κι έρημο, γεμάτο σκόνες, αράχνες κι ακαταστασία. Ήθελε να ξαναγυρίσει, «έστω και για λίγο κάθε μέρα» –όπως με παράπονο είπε κάποια στιγμή.
Τώρα πια που η ζωή του κι εκεί έξω, έγινε το ίδιο σκοτεινή κι έρημη, γεμάτη άδειες ώρες κι ατέλειωτες μέρες, η απόγνωση τον έφερε στο γραφείο νομίζοντας, ότι αυτοί οι παμπάλαιοι τόμοι θα την ξαναγεμίσουν μ’ ενδιαφέρον, με φροντίδα, με νόημα.

Τον σκέφτομαι όλες αυτές τις μέρες, όχι τόσο για το αν θα του κάνω τη χάρη, μα για τη ζωή που έχτισε μέρα τη μέρα με τα χέρια του και μπήκε μέσα και δημιούργησε κι ευτύχησε –το ξέρω καλά– έστω κι αν δεν έκανε παιδιά και έκανε φίλους και παρέες και ταξίδια και συναναστροφές μ’ επώνυμους και σπουδαίους. Πού πήγαν όλα αυτά τα χρόνια τώρα; Πού πήγε η ζωή, πού κρύφτηκε ο ενθουσιασμός του, η ζωντάνια του; Ίσως μέσα στις χιλιάδες σελίδες που σκονίζονται χρόνια ολόκληρα στα ράφια, ίσως πίσω από το μικρό υπηρεσιακό γραφείο που αργοπεθαίνει αραχνιασμένο, ίσως σε κάποιο θάλαμο νοσοκομείου, ίσως πάνω στο κομοδίνο με τα φάρμακα και τα παυσίπονα.
Η ζωή μας τα χαρίζει λίγο-πολύ όλα απλόχερα –αναλογίζομαι– τη μόνη χάρη που δεν μας κάνει ποτέ είναι να την ξαναζήσουμε έστω για μια φορά ακόμα, όσο πόνο ή δυστυχία κι αν μας έχει προσφέρει.
Αυτόν τον κανόνα της, λοιπόν, ευλαβικά και με συνέπεια θα τον περιφρουρήσω, οι τόμοι –έστω με σκόνες και φθορές– θα μένουν ίδιοι, το ίδιο και το ξύλινο σαρακοφαγωμένο γραφείο, μέχρι να δεχθούν κάποιου άλλου –ίσως– Γιώργου τις φροντίδες και να δεθούν με κάποιου άλλου Γιώργου της ζωής τις αναμνήσεις

Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010

ΟΜΗΡΟΙ

Όλο αυτό τον καιρό της σιωπής μια λέξη τριβελίζει ξανά και ξανά το μυαλό μου: Διάψευση.

Τη βλέπω να ζωγραφίζεται στο πρόσωπό μου όπως φευγαλέα καθρεφτίζομαι στα μάτια σου, όπως λοξοκοιτάζω βιαστικά τις βιτρίνες, όπως αδιάφορα απλώνω τον αφρό ξυρίσματος. Τρυπά τ’ αυτιά μου όπως ανακατεύεται με τις ακαθαρσίες των δρόμων, όπως μπερδεύεται με το ξεφύσημα της μάνας μου, όπως καγχάζει τις βουβές λέξεις μου. Στάζει πίκρα στα ξερά χείλη μου όπως η θύμηση του μισεμού, όπως ο εφιάλτης της απώλειας, όπως η ματαίωση του αναστεναγμού. Την αισθάνομαι να πληγώνει τον εγωισμό μου όπως με ντροπιάζει δημόσια, όπως με εγκαλεί με αυστηρότητα, όπως με περιπαίζει αναίσχυντα.

Μερικές φορές την ψιθυρίζω ασυναίσθητα, όπως αναίσθητα συνεχίζω της καθημερινότητας τις μεγαλειώδεις εκδηλώσεις και της ρουτίνας τις πομπώδεις διαδικασίες.

Δηλαδή, αν όλα όσα συμβαίνουν αυτόν τον χρόνο δεν συνέβαιναν, όλα θα ήταν μια χαρά; Δηλαδή, αν οι κερδοσκόποι κι όλοι –όπως τουλάχιστον μας λένε οι ειδήσεις– όσοι καιροσκοπικά εργάζονται στους ανά τον κόσμο οίκους, τράπεζες και λόμπυ δεν αποφάσιζαν να μας πάρουν το κεφάλι, όλα θα δούλευαν ρολόι; Δηλαδή, αν το επιτόκιο δανεισμού δεν χτύπαγε το κόκκινο, θα συνεχίζαμε να χασκογελάμε σαν χώρα ανά την υφήλιο περήφανα, ξετσίπωτα, αδιάφορα κι αδιάκριτα;

Χάρη χρωστάμε, το λοιπόν, σε ποιους; Σ’ αυτούς που μας ξεβρακώνουν διεθνώς ή σ’ αυτούς που μας ξεβρακώνουν κάθε μέρα;

Μόνος μου μέρα τη μέρα ξεβρακώθηκα, απέναντί μου πρώτα, στα παιδιά μετά, στους φίλους λίγο αργότερα, στους γνωστούς και σ’ εσένανε –πιο σπάνια– ιδίως από τότε που η κουμπάρα έπιασε το από πάνω μας τριάρι. Γυμνός γυμνοσάλιαγκας με τα εγχειρίδια του Μαρξ και της Αλλαγής στο χέρι, με την επιδότηση στην κωλότσεπη, τις πιστωτικές στο πορτοφόλι και τα γαρύφαλλα στις χούφτες. Κρατικοδίαιτος καπιταλίστας στα τέσσερα επί τέσσερα καβάλα στο πεζοδρόμιο, με τη 350 τ.μ. μεζονέτα εκτός ζώνης αλλά ως αποθήκη εντός Ε9, με το σκάφος, τις μετοχές και την offshore καβάτζα.

Μόνος μου πέταξα ματαιόδοξα του φιλότιμου και της μπέσας τα διαδήματα, ξέσκισα του μέτρου και του δίκιου τις περγαμηνές, ποδοπάτησα της αλληλεγγύης και της συνεργασίας τις κονκάρδες κι έτσι απογυμνωμένος αλαζόνας στήθηκα μπροστά στης τηλεόρασης το άθλιο ξεβράκωμα, κορώνες για την ηθική και για την τάξη να υψώνω.

Κάπου πιο πέρα ένοιωθα πως με καμάρωναν όλοι οι ιλουστρασιόν επώνυμοι και διάσημοι, που εικόνα τους πιστή –κι ενίοτε συνένοχη– κατάφεραν να κάνουν εκείνους που δεν άντεξαν της επαρχίας την κοπιαστική απομόνωση ή των μεγάλων πόλεων τη φιλική ανωνυμία. Κάθε γιορτή ή εκλογή, που κι αυτή –χρόνια τώρα– με γιορτή και πανηγύρι έμοιαζε, οι κάρτες και τα δώρα έφταναν με το κιλό στα σπίτια κι οι δεξιώσεις, οι χοροί και τα μπαλκόνια γέμιζαν εικονικές πολιτικές και Photoshop χαμόγελα, μαζί με πλαστικούς μπουφέδες και σημαίες.

Όλα στα σκουπίδια. Διάψευση. Σκληρή, οδυνηρή, αδυσώπητη.

Όμηροι από χρόνια, όμηροι από πάντα. Σφιχτοδεμένοι με τις ίδιες τις επιλογές μας, αγκαλιά με τα ίδια μας τα λάθη, χέρι-χέρι με τον κακό μας εαυτό. Όμηροι μέσα σ’ έναν φαύλο κύκλο αναξιοπιστίας, κακοδιοίκησης, αυταρχισμού, ανισότητας, απογοήτευσης. Αγωνιούμε περιμένοντας, με όλα τα φώτα και τις κάμερες του κόσμου απέναντί μας, αν η επέμβαση για να σωθούμε θα έχει τέλος αίσιο ή αν θα φτάσουμε αισίως σ’ ένα τέλος, που σχεδιάστηκε και παίζεται –όπως το πόκερ– από εκείνους που συμφέρουν τα συμβάντα.

Όλα τα ενδεχόμενα πιθανά –όπως τουλάχιστον μας λένε οι ειδήσεις– κλείνω, το λοιπόν, τα μάτια, την τιβι κι αντί να περιμένω τις δυνάμεις, δύναμη βάζω να το πιάσω πάλι απ’ την αρχή, μήπως και βρω κάποιαν αρχή και κάποιαν άκρη απ’ το κουβάρι που του νου τον τρόπο αλλάζει.

Photo: Patrick Desmet



Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΠΟΓΕΥΜΑ

Όπως το αεράκι ανεμίζει τις κουρτίνες του γραφείου εισχωρώντας δροσερό από τ’ ανοιχτό παράθυρο, μπορώ να διακρίνω πέρα μακριά, πίσω από τις μουντές ταράτσες με τις απλωμένες κεραίες και τη μπετόν αρμέ ασχήμια, μιαν άλλη πόλη. Απολαμβάνει το απογευματινό καφεδάκι της ακούγοντας τα πουλιά να φτερουγίζουν στα πεύκα. Έχει στα χείλη ζωγραφισμένο ένα εμπριμέ χαμόγελο, όπως είναι ξαπλωμένη στην αναπαυτική σεζλόνγκ. Ο καπνός του τσιγάρου ίσα – ίσα προφταίνει να επιστρέψει στο στόμα, αφού εγκλωβίζεται στην πιο βαθειά γωνιά του θώρακα με κάθε ατέλειωτη γουλιά. Η θάλασσα μπορεί να μην φαίνεται, όμως ακούγεται να πηγαινοέρχεται ανυπόμονα με κάθε λεωφορείο που ανηφορίζει ασθμαίνοντας προς την Αγία Φωτεινή. Λίγο αν προσέξει μπορεί ν’ ακούσει τις φωνές από το γήπεδο ή απ’ τα παιδιά που παίζουν ξένοιαστα στο δρόμο τα παιχνίδια τους. Μπορεί να πάει σινεμά το βράδυ ή ν’ αποκοιμηθεί ακούγοντας ραδιόφωνο. Μπορεί να ξυπνήσει αύριο και να ‘ναι η Δευτέρα.
Το αεράκι δεν έφερε την τέφρα, έφερε γλυκό του κουταλιού –ή μήπως βανίλια υποβρύχιο;– και άρωμα λεμόνι απ’ τον κήπο. Μπορεί να ξυπνήσω αύριο και να ‘ναι πάλι η Δευτέρα.

Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

ΤΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΕΧΕΙ;

Ίσως είναι η παρόρμηση της στιγμής, μιας Κυριακής που ξεφυλλίζεται αργά πάνω σε πάκα εφημερίδων. Ίσως πρόκειται για κάτι πιο υπαρξιακό, που τυλίγεται με τις μεθυστικές μυρωδιές της άνοιξης έξω απ’ το ανοιχτό παράθυρο. Μπορεί πάλι να ‘ναι το αίσθημα αυτοσυντήρησης, που στροβιλίζεται μέσα μου για ν’ αρπαχτώ, να γαντζωθώ, να πιαστώ κάπου για να ονειρευτώ. Μπορεί να μην είναι τίποτε απ’ αυτά και να πρόκειται απλώς για μια από τις εμμονές μου, τραγούδια που μ’ αρέσουν ν’ αποχτούν σε συγκεκριμένες στιγμές ή περιστάσεις ένα ιδιαίτερο νόημα και σημασία.
Ότι και να ’ναι είναι αυτό και το αφήνω να ταξιδέψει και ν’ αναζητήσει από μόνο του τον προορισμό του…

Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΑ ΜΕΣΑ


Αρχίζουν από τις 7 το απόγευμα, κορυφώνονται γύρω στις 8.30’ και ολοκληρώνουν γύρω στα μεσάνυχτα –πολύ μετά την Πετρούλα δηλαδή. Αν συνυπολογίσουμε μάλιστα και τα κρατικά ΕΤ3, που ανοίγει το χορό από τις 5 το απόγευμα και ΝΕΤ, που παίρνει τη σκυτάλη στις 6, μπορούμε επί 7 (ολογράφως εφτά) ώρες στη σειρά κάθε μέρα να κάνουμε ζάπινγκ παρακολουθώντας μόνο ειδήσεις.
Αν τώρα κάτσουμε και σκεφτούμε, ότι τα πέντε πανελλήνιας εμβελείας ιδιωτικά (mega, ANT1, ALPHA, ALTER και ΣΚΑΪ) πιάνονται από ένα θέμα και το παρουσιάζουν, το συζητούν και το ξετινάζουν μέχρι… ξεκατινιάσματος επί τρία και βάλε τέταρτα, τρεις έως έξι δημοσιογράφοι, συν δύο έως έξι ρεπόρτερς –χώρια τους τυχόν καλεσμένους– συνειδητοποιούμε με τρόμο πόσος χρόνος διατίθεται καθημερινά για την «ανάλυση»-ανάδειξη ενός και μόνο θέματος.
Όταν κάθε μέρα, επί τόσες ώρες, τόσοι άνθρωποι μιλάνε για το ίδιο θέμα, εκφράζοντας εν πολλοίς παρεμφερείς ή συγκλίνουσες απόψεις και σχόλια ή αερολογούν απεραντολογώντας κι επαναλαμβάνουν στερεότυπα τα ίδια και τα ίδια –γεγονός που παρατηρείται με ιδιαίτερη ένταση τα Σαββατοκύριακα– είναι δυνατόν να μην παγιωθεί στο κοινό που παρακολουθεί από τον αναπαυτικό του καναπέ η αντίληψη κι η στάση που τα ΜΜΕ αυτά επιθυμούν;
Είτε γρίπη λέγεται, είτε οικονομία, είτε σεισμός, είτε δυστύχημα, είτε τρομοκρατία, απ’ τη στιγμή που θα διαβεί το κατώφλι της επικαιρότητας και θ’ ανεβεί στο ψηλότερο σκαλί της δημοσιότητας, αν δεν αποφασίσουν τα ΜΜΕ να το κατεβάσουν ή αν δεν προκύψει στο μεταξύ κάτι θεαματικότερο –γιατί τελικά περί αυτού πρόκειται– το θέμα «παίζει» μέχρι να τα παίξουν οι «θεατές».
Επικαιρότητα που κατασκευάζεται, συσκευάζεται και προσφέρεται προς κατανάλωση καθημερινά, από λαμπερούς δημοσιογράφους, βαρόνους του star system και υπαλλήλους ταυτόχρονα των ισχυρότερων οικονομικών παραγόντων του τόπου. Γεγονότα που γίνονται σήριαλ, μιούζικαλ και δράματα και αναπαριστάνονται μπρος στα μάτια του έκπληκτου κοινού με σκίτσα, computer animation, γραφήματα και ρεπόρτερς «λάστιχο».
Παλιά η «πληγή». Κοινές και πασίγνωστες οι διαπιστώσεις. Προφανείς οι δυνατότητες ενεργητικής «άμυνας», είτε με τη μη παρακολούθηση τηλεόρασης, είτε με την αλλαγή προγράμματος. Το τηλεχειριστήριο είναι από χρόνια διαπιστωμένο, ότι είναι το πλέον ισχυρό όπλο στα χέρια μας. Πόσοι έχουν τη γνώση, την ικανότητα και τη δύναμη να το αξιοποιήσουν είναι, φυσικά, ένα άλλο θέμα.
Το φαινόμενο παρακολουθεί, αλλά και διαμορφώνει την κοινωνική συμπεριφορά κι εξέλιξη. Είναι από τα αίτια, αλλά και τις συνέπειες της κρίσης που τρώει σαν σαράκι τον κοινωνικό ιστό. Είναι όμως κι η κλασική περίπτωση, που δικαιώνει εκείνους που υποστηρίζουν την αναγκαιότητα ύπαρξης των δημόσιων ΜΜΕ.
Ιδιαίτερα σε περιόδους γενικευμένης κρίσης –όπως αυτή που διανύουμε– τα δημόσια ΜΜΕ αποτελούν ένα ισχυρό αντίβαρο στη φτήνια, τη μονομέρεια και την εμπορευματοποίηση των γεγονότων. Είναι εκτεθειμένα, φυσικά, στην –τόσο ελκυστική– επιρροή της εκάστοτε κυβέρνησης κι έχουν χάσει από καιρό την έξωθεν καλή μαρτυρία. Σε κάθε περίπτωση, όμως, για τον καλόπιστο τηλεθεατή και τον άνθρωπο που παρακολουθεί την επικαιρότητα για να ενημερωθεί κι όχι για να αποχαυνωθεί ή να ψυχαγωγηθεί, αποτελούν διαχρονικά ένα έγκυρο μέσο ενημέρωσης κι έναν αξιόπιστο τρόπο πληροφόρησης.

Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

ΒΑΣΙΚΑ


Το πρόβλημά μας ήταν από παλιά με τα βασικά. Βασικά ως κράτος δεν είχαμε σταθερούς θεσμούς, παραγωγικές υποδομές, πλούσιους φυσικούς πόρους, ανεπτυγμένη τεχνολογία. Βασικά ως κοινωνία δεν είχαμε αστική τάξη, εξαθλιωμένους προλετάριους, συλλογική αλληλεγγύη, μακροπρόθεσμους στόχους και γενική μόρφωση.
Όταν σου λείπουν τα βασικά κοιτάς να τη βολέψεις όπως-όπως. Όταν σου λείπουν τα βασικά η αυριανή μέρα σου φαίνεται τόσο μακρινή κι αμφίβολη. Όταν σου λείπουν τα βασικά τα φέρνεις βόλτα με δανεικά, με δουλειές του ποδαριού, με κομπίνες, με παρακάλια. Όταν σου λείπουν τα βασικά είσαι εκτεθειμένος σε προσβολές, ειρωνείες, συκοφαντίες, προκλήσεις και προπηλακισμούς. Όταν σου λείπουν τα βασικά είσαι δύστροπος, απαισιόδοξος, μισαλλόδοξος, απαθής και φοβισμένος.
Μιας και το ‘χουμε χωνέψει, ότι τα βασικά που μας λείπουν είναι δύσκολο να τ’ αποκτήσουμε, ασχολιόμαστε από χρόνια με ότι έχει σχέση με βάσεις. Οι κάθε είδους «βάσεις» έχουν γίνει κάτι σαν συλλογικό απωθημένο μας. Οι «βάσεις» -όποιες κι αν είναι- είναι από μόνες τους ικανές να μας διχάσουν και να μας ξεσηκώσουν.
Μας πήρε κάμποσα χρόνια για να ξεμπερδέψουμε με τις «βάσεις του θανάτου». Τι ψηφίσματα, τι πορείες, τι αντιπαραθέσεις και συλλαλητήρια. Έφευγαν δια της παραμονής και απομακρύνονταν με το αζημίωτο. Τώρα πλέον κανείς δεν ασχολείται. Κανείς δεν νοιάζεται. Ούτε καν για τις απέραντες εκτάσεις που παραμένουν αναξιοποίητες επί δεκαετίες μιλάμε. Βασικά το πρόβλημα ήταν και είναι η απλή και άδολη αναλογική…
Οι «βάσεις εισαγωγής» έγιναν ύστερα το κρισιμότερο φετίχ μας. Κάθε χρόνο περιμένουμε ν’ ανακοινωθούν προβλέποντας, συγκρίνοντας, κάνοντας τάματα –και «θρησκευμάτων» γαρ– και αγωνιώντας. Κι αυτές με τη σειρά τους ανεβοκατεβαίνουν χρόνο με το χρόνο καρατομώντας νεανικές ελπίδες και οικογενειακούς προϋπολογισμούς, ισοπεδώνοντας όνειρα και ματαιώνοντας προσδοκίες. Εποχιακό φαινόμενο με αντοχή και διαχρονικότητα. Ανασύρεται όταν ο αρμόδιος υπουργός έχει ανάγκη δημοσιότητας. Βασικά το πρόβλημα ήταν και είναι η παραπαιδεία…
Πρόσφατα μπήκαν στο λεξιλόγιό μας οι «μονάδες βάσης», που έγιναν ένα από τα βασικά εργαλεία μας στο μεταπτυχιακό των χρηματοοικονομικών, που σπουδάζουμε οικογενειακά εικονικά –και εξ αποστάσεως– από τον καναπέ μέχρι το καφενείο κι από τη Σητεία μέχρι το Σουφλί. Αυτό κι αν είναι ράλι καθημερινά. Μόνη λύση για ν’ απαλλαγούμε η εισαγωγή μας -τιμής ένεκεν- ως αριστούχοι στο ΔΝΤ. Βασικά το πρόβλημα ήταν και είναι οι πολιτικοί…
Σήμερα ξυπνήσαμε πρωί-πρωί με το θέμα της «βάσης του 10» κρεμασμένο σαν τσίμπλα στο μάτι. Ξαναζεσταμένο –διαβάζεται και σαν «δια βίου μάθηση»– και λαχταριστό προς τέρψιν του φιλοθεάμονος κοινού. Γιατί πριν τέσσερα χρόνια μπήκε ως όριο κανείς δεν κατάλαβε. Τι συνέπειες είχε στο επίπεδο σπουδών κανείς δεν πήρε είδηση. Πόσο κόστισε σε χιλιάδες οικογένειες κανείς δεν νοιάστηκε. Βασικά το πρόβλημα ήταν και είναι το άρθρο 16
Όταν σου λείπουν τα βασικά, βρίσκεις τρόπους να ξεγελιέσαι και να ξεγελάς. Δίνεις βάση στα γύρω-γύρω και στα έξω-έξω. Πλατσουρίζεις στα ρηχά. Όταν σου λείπουν τα βασικά, επινοείς λογής-λογής «βάσεις» για να στηριχτείς. Όταν σου λείπουν τα βασικά, ποιος μπορεί να πιστέψει, ότι μπορεί να βασίζεται σε σένα;