Τετάρτη, 29 Απριλίου 2009

ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Η τζιτζιφιά ήταν το σήμα κατατεθέν. Ψηλή, λεπτή, δίπλα από τη μικρή μεταλλική πόρτα της αυλής, πίσω από τη χαμηλή μάντρα. Τέτοια εποχή τα παρτέρια κατά μήκος του στενού διαδρόμου και ολόγυρα της αυλής ήταν πλημμυρισμένα με χρώματα και ευωδιές. Τα συναγωνίζονταν οι γλάστρες με τις μικροσκοπικές πιπεριές, τα γεράνια, το πλατύφυλλο και τ’ άλλα λουλούδια δεξιά κι αριστερά απ’ τα σκαλοπάτια. Τα χελιδόνια, πηγαινοέρχονταν ακούραστα τιτιβίζοντας βιαστικά, αναζητώντας μετά από κάθε βόλτα τους τα ανυπόμονα νεογέννητα στόματα, που κούρνιαζαν ψηλά στη μικρή φροντισμένη φωλιά τους ολόγυρα απ’ το καλώδιο της λάμπας στη μικρή βεράντα μπροστά στην είσοδο του σπιτιού. Οι κάτασπροι απ’ τον ασβέστη τοίχοι στολίζονταν από τ’ αναρίθμητα μπιζέλια και το μοσχοβόλο γιασεμί και συμπλήρωναν την ανοιξιάτικη πανδαισία των Κυριακών μου στην αυλή της γιαγιάς στο προσφυγικό τής Χρυσοστόμου Σμύρνης.
Παράλληλα στο μακρόστενο οικόπεδο, το σπίτι –ελαφρώς υπερυψωμένο– με δυο δωμάτια που τα ένωνε ένα μικρό χωλ. Η κατακόκκινης απόχρωσης «πάντα», καρφωμένη στον απέναντι τοίχο, ήταν το πρώτο πράγμα που τραβούσε το βλέμμα μπαίνοντας στο χωλ από την κατά κανόνα ανοιχτή πόρτα της εισόδου. Πάνω της κεντημένοι δυο αγέρωχοι καβαλάρηδες που στέκονταν αντικριστά –φύλακες άγγελοι θαρρείς– πάνω από το μικρό ντιβάνι, τη γωνιά της γιαγιάς, τον χώρο υποδοχής. Εκεί κι η σόμπα, η κρεμάστρα, το τηλέφωνο. Το μεταλλικό άσπρο κρεβάτι δέσποζε στην κρεβατοκάμαρα, που όμως χρησιμοποιούνταν και σαν τραπεζαρία, αφού ήταν δίπλα στην υποτυπώδη κουζίνα. Ο μεγάλος μπουφές με τον σκαλιστό καθρέφτη ξεχώριζε στο άλλο δωμάτιο –κάτι σαν σάλα– που το ξύλινο δάπεδό του έτριζε σε κάθε βήμα και που για μένα, στη σκέψη και μόνο ότι από κάτω υπήρχε ένα σκοτεινό κλειστό από πάντα υπόγειο, φούντωνε τη φαντασία κι έκανε την παιδική μου καρδιά να χτυπά τρελά, αν τύχαινε να περπατήσω βράδυ στα παλιά σανίδια. Ο καμπινές έξω, στην πίσω αυλή, εκεί δίπλα που αργότερα χτίστηκε μια κάμαρα και μια κουζινούλα με πατάρι για να στεγάσει όπως – όπως τα όνειρα της νιόπαντρης τότε θείας. Μετά τον ξενιτεμό της, κατοικήθηκε από τον αδερφό της που ζούσε πάντα μαζί με τη γιαγιά.
Έπαιξα, έτρεξα και γέλασα στην αυλή του, δεν το αισθάνθηκα όμως ποτέ να μου χαμογελά με ξενοιασιά και τρυφερότητα. Ξάπλωσα και κοιμήθηκα κάτω απ’ τα σκεπάσματά του, αλλά τα μόνα παραμύθια που ήξερε ήταν μοναξιά, σκοτάδι και σιωπή. Έφαγα με όρεξη καθισμένος στα σκαλοπάτια το αφράτο φρέσκο ψωμί και το τυρί, δεν με άγγιξε όμως ποτέ το ενδιαφέρον κι η αγάπη του. Καρδιοχτύπησα εξερευνώντας τις γωνιές και τις κρυψώνες του, μ’ έσφιγγε όμως το αυστηρό βλέμμα τού κάθε τι που άγγιζα. Άκουσα ν’ ανακατεύονται με δύναμη αντρικές και γυναικείες φωνές, είδα να μπαινοβγαίνουν οργισμένα συγγενικά πρόσωπα, δεν άκουσα γέλια και τραγούδια, δεν είδα να φιλιούνται και ν’ αγκαλιάζονται. Περπάτησα δυο ώρες για να φτάσω ως αυτό, ελπίζοντας να με περιμένει το πολυπόθητο ηλεκτρικό τρενάκι, αλλά γύρισα με τα μάτια γεμάτα απογοήτευση και πάλι με τα πόδια. Μόνο όταν συναντούσα τα ξαδέρφια μου έμοιαζε ν’ αλλάζει η διάθεσή του, τότε που δεν μ’ ένοιαζε αν ασχολείται μαζί μου και αδιαφορούσα για το τι έκανε και πού βρισκόταν, γιατί εκείνες τις στιγμές, εκείνες τις αξέχαστες ώρες, με πλημμύριζε η λαχτάρα και το ενδιαφέρον της Στέλλας, του Γιάννη, του Χρήστου, αισθανόμουν τη ζωή να κυλά καυτή στο άγουρο εφηβικό μου αίμα.
Αν τα σπίτια παίρνουν κάτι απ’ τις ψυχές των ανθρώπων που τα κατοικούν, αυτό το σπίτι έκλεινε πολύ μοναξιά, πολύ μελαγχολία, πολύ πίκρα. Αν τα σπίτια ανασαίνουν και ζουν μαζί με τα όνειρα, τις ελπίδες και τις προσδοκίες των ανθρώπων που τα κατοικούν, αυτό το σπίτι βαριανάσαινε την απελπισία της διάψευσης, ακολουθούσε ασθμαίνοντας το μονοπάτι της εγκατάλειψης, πνιγόταν αργοπεθαίνοντας από το ρόγχο του μοιραίου. Ήταν αδύνατο η τρυφερή παιδική μου αθωότητα να του δώσει πνοή ζωής. Ήταν αδύνατο η αυθόρμητη χαρά κι η ζωντάνια μου να ξυπνήσει τα από χρόνια νεκρωμένα συναισθήματα κι απαντοχές του. Ήταν αδύνατο η λαχτάρα κι η επιθυμία μου να βρίσκομαι κοντά του να του δώσει τη δύναμη και το κουράγιο να κρατήσει μαζί τους ανθρώπους του.
Το σπίτι ρημάζει. Πνιγμένο απ’ τα δέντρα και τα φυτά που κάποτε το στόλιζαν. Εγκαταλειμμένο για πάντα από εκείνους που κάποτε πλήγωνε. Λησμονημένο απ’ όσους έφυγαν. Παρατημένο απ’ όσους εγκατέλειψε. Κρύβεται μέσα στην ασχήμια των χαλασμάτων, ενώ γύρω του ανθίζει η ζωή. Λεηλατείται από κάθε λογής τρωκτικά, σαν το σαράκι που έτρωγε κάποτε τις ζωές των ανθρώπων του. Μόνο η «πάντα» –κουρελιασμένη πια και με τους ιππότες χαμένους μέσα στα ξέφτια της πολυκαιρίας– διακρίνεται από το χάος της εισόδου στον μισογκρεμισμένο τοίχο, μάρτυρας θλιβερός της ζωής που κάποτε πέρασε μέσα απ’ αυτό το σπίτι, αλλά που δε μπόρεσε να την κρατήσει για πάντα, γιατί τα σπίτια ζουν όταν φωλιάζει μέσα τους και ζεσταίνεται απ’ την αγάπη των ανθρώπων η ζωή κι όχι όταν φυλακίζονται και σέρνονται σαν τα φαντάσματα έρημες ανθρώπινες ψυχές.

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2009

Ο ΜΕΣΤΟΥΣΗΣ

Δεν σας έχω μιλήσει για τη Χίο. Μόνο σκόρπιες αναφορές έχω κάνει και τίποτε περισσότερο. Σήμερα, λοιπόν, θα σας μιλήσω για τον Μιχάλη απ’ τα Μεστά, κι είναι σαν να σας μιλάω για τη Χίο, τη Χίο μου. Ναι, οι τόποι έχουν τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων τους, των ανθρώπων που αφήνουν τις πατημασιές τους στο ηλιοκαμένο χώμα και στα κακοτράχαλα μονοπάτια τους, ποτίζονται από την αρμύρα της θάλασσας, ερωτοτροπούν με τη βροχή και ραίνονται με άνθη μηλιάς ή κερασιάς, ανακατεύουν τις μυρωδιές και τις μπερδεύουν με συναισθήματα, διηγούνται απόκοσμες ιστορίες ή πλάθουν παράξενους μύθους, ξυπνούν και κοιμούνται κάτω απ’ τον ουρανό τους, γεννιούνται και πεθαίνουν εκεί. Αυτή είναι άλλωστε, όπως νομίζω, κι η διαφορά των «τόπων» από τις «πόλεις». Οι τόποι είναι οι ρίζες, τα γεννοφάσκια, οι αφετηρίες, αυτό που υπήρχε και θα υπάρχει ανεξάρτητα από ανθρώπους, ενώ οι πόλεις είναι οι συμβατικές διαδρομές ανθρώπων, που δημιουργούνται και χάνονται από τις ανάγκες, τις συγκυρίες, τις σκοπιμότητες.

Ο Τζώνη και το τζιπ του, έκαναν τις καλοκαιρινές συνήθως διαδρομές τους συνοδεία μπουζουκιού από τον Μιχάλη, μόλις η σούμα είχε ποτίσει καλά-καλά τον ουρανίσκο και το λαρύγγι φλεγόταν όχι θαρρείς σε κάθε γουλιά, αλλά πιο πολύ από τα χαχανητά, όπως ξετυλίγονταν οι γεμάτες παράφωνες κορώνες ερωτικές περιπέτειες του αμερικάνου καρδιοκατακτητή.


Στα Νοτιόχωρα ή Μαστιχοχώρια βρισκόμασταν συνήθως καλοκαίρι. Τα Μεστά, το Πυργί, τα Μαύρα Βόλια, η Κώμη, ο Εμποριός, αλλά και τα Νένητα, η Κοινή κι η Καλαμωτή, ήταν οι συχνότερες αναφορές μας, μια για κανένα φρούτο, μια για την καθιερωμένη εφημερίδα, μια για τον παραδοσιακό… φραπέ, μια για κάποιο τοπικό πανηγύρι και πάει λέγοντας. Τα ουζάκια –αν ξεφεύγαμε απ’ το Λιβάδι και τον… Καράμπελα– στο Λιθί, την Αγία Ειρήνη ή στον Λιμένα, στου Φραδελάκη ή του Παπαμιχαλάκη. Το μπάνιο και το ψάρεμα όμως είχαν αποκλειστικότητα: Διδύμα. Και μη βιαστείτε –όσοι γνώστες– να πείτε πως δεν έχει θάλασσα στη Μέσα –ή στην ΈξωΔιδύμα. Η δική μας Διδύμα έχει και παραέχει κι είναι ο κολπίσκος αμέσως μετά τον Λιμένα των Μεστών στο δρόμο προς Ελάτα και κοιτά απέναντι τη Βολισσό, τα Λημνιά και τη Σιδηρούντα.


Παρθένο μέρος πριν είκοσι χρόνια. Με ένα-δυο αρμυρίκια σε κάποιες άκρες των εγκαταλελειμμένων χωραφιών κι αμπελιών. Σε κάποιο απ’ αυτά –κάτω απ’ το Αυγουστιάτικο λιοπύρι– μας έβγαλε ο Μιχάλης τους πιο αυγομένους αχινούς που είχα γευτεί ως τότε και με το αγγούρι και τη ντομάτα πάνω στην καρό πετσέτα, το τυρί στο χέρι και το ζαμπονάκι για συμπλήρωμα, αντιλάλησαν –ντάλα μεσημέρι– οι ιστορίες του Τζώνη στην απέναντι καταπράσινη από τα πεύκα πλαγιά, τρεκλίζοντας τις μεθυσμένες μας νότες από την ανέρωτη Απαλαρίνα.


Ύστερα το στενό μονοπάτι έγινε με τη φροντίδα του κυρ Αλέκου χωματόδρομος κι η παλιά πετρόχτιστη βότα ξαναζωντάνεψε από τα μαστορικά χέρια του Ηλία του Φορμόζου.


Όταν ξεκινούσε να έρθει για παρέα κάποια βράδια το ξεχωρίζαμε μόλις το τρίκυκλο αγροτικό του έπιανε τη στροφή ψηλά στην πλαγιά, ο χαρακτηριστικός του θόρυβος κονιορτοποιούσε για λίγα λεπτά την απόλυτη γαλήνη της βραδιάς. Βαστούσε πάντα φρέσκα ψάρια –από το περίσσευμα της καλής του της καρδιάς– κεφάλους και λαυράκια, που πιο μεγάλα δεν έχω ξαναδεί από τότε. Για πότε γινόταν η στενή βεράντα σκούνα που μας σεργιάνιζε στα πεντακάθαρα νερά του Αιγαίου, μόνο το φεγγάρι το καταλάβαινε. Τα φώτα της Βολισσού απ’ αντίκρυ λαμπύριζαν παράξενα όσο προχωρούσε η ώρα κι ο Τζώνυ ήταν έτοιμος –για μια ακόμα φορά– να παραδοθεί –μαζί με μας που είχαμε παραδοθεί στη μέθη της σούμας– στο λάγνο βλέμμα μιας άγνωστης νεαρής μεξικάνας.


Ετοίμαζε από καιρό τη μικρή ξύλινη βαρκούλα που μας δάνειζε για το ερασιτεχνικό μας ψάρεμα. Τι κουπί είχα τραβήξει, κάλλους έβγαζαν οι άψητες παλάμες μου! Κι εκτός από τους χάνους –που τους είχαμε ταράξει με την καθετή– θα μου μείνει αξέχαστη η φορά που, κωπηλατώντας τη από τον Λιμένα προς την παραλία μας, έπιασε τέτοια θάλασσα έξω απ’ το λιμάνι, που, μέχρι να καβατζάρουμε στο διπλανό κολπίσκο της Διδύμας, έλεγα –μια ανάσα από τα άγρια θαλασσοδαρμένα απόκοσμα βράχια– ότι δεν θα κατάφερνα με τίποτα να ξαναπατήσω στη στεριά!...


Μια ζωή ζυμωμένος με τη θάλασσα, παλιός ναυτικός, μα, είχε περάσει από χίλια δυο επαγγέλματα. Ηλιοκαμένος και ξερακιανός με τραχιές και δουλεμένες σκληρά παλάμες, έσφιγγε με λατρεία το μπουζούκι στην αγκαλιά του σαν μωρό, σαν βρέφος που το χαϊδεύεις τρυφερά κι αυτό παραδίνεται στο χάδι απαντώντας μ’ ένα γλυκό μονότονο ρονρόρισμα. Η φωνή του ζεστή και αντρίκια έσβηνε στα ξερά χείλη του, μόλις αναδυόταν εκείνο το τόσο εγκάρδιο και πηγαίο χαμόγελό του. Οι κινήσεις του χαρακτηριστικές, εκφραστικός και παραστατικός για ό,τι κι αν σου μιλούσε, από τις ιστορίες στα καράβια μέχρι το τάβλι. Αχ, αυτό το τάβλι, θα μπορούσε να παίζει όλη τη νύχτα μέχρι το –παλιό– «Νήσος Χίος» να φτάσει στο λιμάνι της Χώρας!... Μεστούσης.
Τον θυμήθηκα με νοσταλγία χτες βράδυ, ώρες που η συγκίνηση για κάποιον άλλο Μεστούση που χάθηκε πρόωρα φόρτιζε την ατμόσφαιρα, εκτοπίζοντας αιφνίδια το ευχάριστο και γιορταστικό κλίμα των ημερών.


Είμαι βέβαιος, ότι οι ιστορίες του Τζώνη θα ακούγονται και πάλι κάπου εκεί ψηλά, καθώς τα ποτήρια με τη σούμα θα υψώνονται απ’ τα ξαδέρφια που ξανάσμιξαν –όπως τότε στον τόπο τους– μαζί με τα πειράγματα, τα γέλια και τα χωρατά, που θα μας κάνουν εδώ στην πόλη να νομίζουμε, πως πιο εύκολα μπορούμε την πίκρα και τον πόνο να βαστάξουμε.

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

ΠΑΣΧΑ ΣΤΟ ΠΑΓΚΑΡΙ

Πάσχα έρχεται και το θρησκευτικό συναίσθημα λίγο – πολύ βρίσκεται σε έξαρση. Οι καμπάνες που ηχούν καθημερινά, υπενθυμίζουν την ιδιαιτερότητα των ημερών κι επιβάλλουν με τον οξύ μεταλλικό τους ήχο το ρυθμό της καθημερινότητας.
Μεγάλη Εβδομάδα αρχίζει σήμερα και μέρα τη μέρα οι εκκλησίες θα γεμίζουν πιστούς για να παρακολουθήσουν την εξέλιξη και την κορύφωση των «Παθών». Εξαντλητικό το τελετουργικό, που οδηγεί βήμα το βήμα μέχρι τη μεγάλη στιγμή της χριστιανοσύνης, την Ανάσταση.
Πολύς ο κόσμος που θα διαβεί και πάλι το κατώφλι κάποιας εκκλησίας, αφού αυτές τις μέρες εκτός από εκείνους που εκκλησιάζονται τακτικά, οι περισσότεροι πηγαίνουν για ν’ ανάψουν ένα κερί «για το καλό», από έθιμο, αν κι εδώ που τα λέμε, στους δύσκολους καιρούς που ζούμε, χρόνο με το χρόνο όλο και πιο πολλοί στρέφονται στην παρηγοριά της θρησκείας μέσω της εκκλησίας.
Καθένας με την είσοδό του στο ναό, μετουσιώνοντας την αγάπη και την αλληλεγγύη του προς τον συνάνθρωπο σε πράξη, θα προσφέρει απ’ το περίσσευμα ή το υστέρημά του κατά τα πατροπαράδοτα. Ποιος άραγε δεν μπορεί ν’ ανακαλέσει με ευκολία στη μνήμη του τον ήχο του «οβολού», όπως πέφτει μέσα στο παγκάρι;
Ενώ όμως η αυθόρμητη κι εκούσια συνεισφορά στο «φιλόπτωχο ταμείο» έχει γίνει συνήθεια κι αναπόσπαστη χειρονομία καλής θέλησης εκ μέρους των πιστών που προσέρχονται στις εκκλησίες, η περιφορά του «δίσκου» αποτελεί απαράδεκτη κι εν πολλοίς εξευτελιστική για την εκκλησία διαδικασία. Δεν μπορώ να φανταστώ κάτι περισσότερο αγοραίο κι αποπροσανατολιστικό από να ψάχνουν οι εκκλησιαζόμενοι το πορτοφόλι τους κατά τη διάρκεια της λειτουργίας.
Η αγάπη, η καλοσύνη, η φιλευσπλαχνία, η αλληλεγγύη δεν επαιτούνται, ούτε απαιτούνται. Αποτελούν συναισθήματα που έχουν εσωτερικευθεί και εκδηλώνονται με διακριτικότητα, σεβασμό και αξιοπρέπεια. Η επίσημη Εκκλησία με το θεσμό του «δίσκου» καταπατά κάθε έννοια ελεύθερης βούλησης των πιστών, αλλοιώνει τον κατανυκτικό χαρακτήρα της λειτουργίας και αναμιγνύει τα υπερκόσμια με τα εγκόσμια. Ανατρέχοντας σχετικές πηγές στο διαδίκτυο, ανακάλυψα και οδηγία για τον τρόπο που θα πρέπει οι Επίτροποι ν’ αδειάζουν τους «δίσκους» στο παγκάρι, «ώστε ο θόρυβος των κερμάτων νά μή ενοχλεί κανένα, ούτε νά σκανδαλίζει».
Το μέγεθος κι η αποτίμηση της «εκκλησιαστικής», όπως λέγεται, περιουσίας έχει αποτελέσει θέμα για μύρια όσα άρθρα, σχόλια και αντιπαραθέσεις. Το ίδιο και για το χάος με τα μυριάδες -περισσότερα από 10.000- εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα (μητροπόλεις, ναοί, μονές, προσκυνήματα, ιδρύματα, κληροδοτήματα κ.ά.). Δεν θα λύσουμε τώρα –αμφιβάλουμε κι αν θα λυθεί ποτέ– αυτό το θέμα. Το θέμα όμως της «περιφοράς δίσκου» κατά τη διάρκεια της λειτουργίας είναι ένα θέμα που μπορεί και πρέπει να λυθεί άμεσα. Η κατάργηση αυτού του αήθους «εκβιασμού» των εκκλησιαζόμενων στο όνομα της στήριξης των ναών ή κι εγώ δεν ξέρω ποιού, είναι αναγκαίο να τερματιστεί.
Δεν θα χρησιμοποιήσουμε ως επιχείρημα τη φορολογική ασυλία της Εκκλησίας ενόψει της δύσκολης οικονομικής συγκυρίας, ούτε την εν πολλοίς λαϊκιστική κριτική για τη χλιδή και την υπερβολή που παρατηρείται στις εκδηλώσεις πολλών ιεραρχών και ιερών ναών. Δεν θα εκμεταλλευτούμε τις αμφιλεγόμενες δραστηριότητες που πρόσφατα είδαν το φως της δημοσιότητας και πρόσβαλαν το κοινό αίσθημα (βλέπε Βατοπέδιο). Υποστηρίζουμε μόνο την ανάγκη ν’ αποκτήσει ο εκκλησιασμός, αυτό το καταφύγιο της ψυχής για τους πιστούς, τα πνευματικά χαρακτηριστικά που θα πρέπει να τον διακρίνουν και ν’ απαλλαγεί από στοιχεία που αλλοιώνουν τη φυσιογνωμία του και προκαλούν το θρησκευτικό συναίσθημα.
Οι «λαϊκοί» έχουν το κριτήριο και το αισθητήριο να συμπαραστέκονται και να υποστηρίζουν εκεί που υπάρχουν πραγματικές ανάγκες. Ας τους δείξει κι η Εκκλησία την εμπιστοσύνη της, ας αρκεστεί στην ενθάρρυνση και στην εμψύχωση των πιστών κι ας αφεθεί στην ελεύθερη κρίση και την αγάπη τους. Είμαι βέβαιος, ότι όχι μόνο θα εκπλαγεί από το αλάθητο και τη διακριτικότητα των πρωτοβουλιών τους, αλλά θα εισπράξει ως «σώμα» και πολλαπλάσια. Κι αυτά τα «έσοδα» –αν αναφερόμαστε φυσικά σε πνευματικό ίδρυμα– δεν αποτιμώνται μόνο από Εκκλησιαστικά Συμβούλια κι Ερανικές Επιτροπές, αλλά προπαντός από γαλήνιες συνειδήσεις και χαμόγελα αγάπης.

Τρίτη, 7 Απριλίου 2009

Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ...

Δεν ξέρω αν σου έχει συμβεί να αισθάνεσαι κάποιον ολότελα δικό σου, αν και δεν τον ξέρεις, ούτε έχεις κάτι κοινό μαζί του, απλώς και μόνο ταυτίζεσαι μαζί του επειδή υποφέρει, βρίσκεται σε κίνδυνο ή σε δεινή θέση. Αγωνιάς κι υποφέρεις, μετράς λεπτά κι αφουγκράζεσαι ραδιόφωνα –λες κι είσαι εσύ αυτός που θα ξανακούσει τη φωνή του…
Ο χτεσινός φονικός σεισμός στην Ιταλία έθαψε κάτω από τα χαλάσματα όχι μόνο κορμιά ζεστά από τον ύπνο ή τον έρωτα, όχι μόνο γαλανά μάτια και κατακόκκινα χείλη, όχι μόνο ανάσες και όνειρα. Έθαψε την ελπίδα, μια ελπίδα που φυτρώνει κάθε φορά που, ενώ κάποια κρύα είδηση για καταστροφικό σεισμό κάνει το γύρο του κόσμου, μια φωνή ακούγεται κάτω από τα χαλάσματα…
Η φωνή του Βασίλη ήταν που έκανε να φυτρώσει στην ψυχή μου η χτεσινή ελπίδα. Λες και όλα θα γίνονταν όπως πριν αν ο Βασίλης τα κατάφερνε. Λες κι η ζωή θα γύριζε τους λεπτοδείχτες της πίσω. Λες και μέσα στην ψυχή μου όλα θα γαλήνευαν και το ύπουλο τράνταγμα δεν θα μπορούσε να κάνει κακό πια σε κανέναν…
Αισθάνομαι να μιλώ σαν για κάποιο δικό μου, τώρα που η φωνή του Βασίλη σιώπησε. Τώρα που το κορμί του παγώνει τους χυμούς της ζωής κι η ψυχή του αναζητά –μαζί μου– τα αναπάντητα «γιατί;»
Να γίνω εγώ μια φωνή σαν του Βασίλη τολμώ και να πω, πως κανείς δεν ξέρει πότε θα είναι η επόμενη φορά, πότε θ’ ακουστεί η επόμενη φωνή… Ας κάνουμε ως τότε ότι περνά απ’ το χέρι μας να είναι όλα στη θέση τους κι εμείς έτοιμοι…

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2009

"Η ΣΚΟΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ"

Όταν ο Γιάκομπ άφησε το βλέμμα του να φύγει στο άπειρο και βούτηξε, σου έσφιξα ασυναίσθητα το χέρι. Κι έμεινα έτσι ως το τέλος, δίχως ο χρόνος να σταθεί ανάμεσά μας, όπως δε στάθηκε και πάνω στην οθόνη όσο οι εικόνες ορμούσαν στην ψυχή μου. Έμεινα κι έμεινες βλέποντας την Ελένη να απομακρύνεται μες στην ομίχλη του αύριο. Κι ύστερα, που το σήμερα πήρε φωνή και φώτα και μορφή, λες και το χέρι μου είχε κάτι απ' τη ζεστή της παλάμης σου υγρασία, που έφτανε ως τις άκρες των δαχτύλων σαν χάδι, απ' όσα περασμένα είχαμε ζήσει. Απ' όσα κύλησαν -όχι σαν σε ταινία μπροστά σε σκηνικά, κάμερες, πλατό, και συνεργεία, ούτε κάν μέσα απ' τα μάτια του Αγγελόπουλου του ίδιου- αλλά όσα ξυπνήσανε στο νου μου αλαφιασμένα, είτε στης μνήμης μου βρισκόταν τις κρυψώνες, είτε κάποιων μεγάλων αφηγήσεις, είτε κλεισμένα σε βιβλία, περιοδικά κι εφημερίδες. Αυτά που είχαν μείνει πίσω, απωθημένα, μα όχι τελειωμένα, κάτω απ' τη σκόνη, που ο κουρνιαχτός σηκώνει στο κάθε γύρισμα των εποχών και των αιώνων.
Δεν είμαι ο ειδικός για να σε κρίνω. Να σε κρίνω, που τη συγκίνηση έφερες στα μάτια για έναν έρωτα που -άραγε- υπήρξε; Πού άραγε υπήρξε; Σε ποια ερωτευμένα φυλλοκάρδια έμεινε φλόγα ζωντανή για να διαλύει της ομίχλης τη θαμπάδα και να θερμαίνει την ελπίδα ενός φιλιού πάνω στο χιόνι. Δεν θα σου πω για τα δωμάτια, τις σάλες, τα εργοστάσια, για τις πλατείες, τα γιαπιά και τους σταθμούς, γιατί μπαινόβγαινα δίχως να με αφήνεις, μόνος να νοιώθω την παγωνιά μες στην ψυχή. Δεν θα στο πω, γιατί ήσουν παρών -όχι ακριβώς όπως από πάντα- όμως ήσουν. Το ψιθυρίζανε οι σιωπές, οι απουσίες, οι λυγμοί. Το φανερώνανε τα βλέμματα που έρχονταν πιο κοντά, τα χείλη που τρεμόπαιζαν, τα χέρια -αχ, τα χέρια που έγραψαν «ό,τι μου λείπει σε άγγιγμα, το έχω σε όνειρο»...
Έξω, στου δρόμου τη βοή και της βραδιάς την υγρασία, με άλλους πολλούς -όμως με σένα αγκαλιά- βρέθηκα με ιστορίες να μιλάω για πόσα ζήσαμε, για πόσα άλλαξαν, για πόσα -λένε- θα ‘ρθουν. Κι όπως κοντοσταθήκαμε σ' εκείνο το απόμερο στενό -πριν τα κλειδιά ανασύρω απ' την τσέπη- μου ήρθε σαν σε όνειρο και είπα «σ' αγαπώ», για κάθε μέρα που ξυπνώ και σ' έχω πλάι μου. Ήταν κι εκείνη η μουσική -που μαγεμένες είχε ακόμα τις αισθήσεις- κάπου γλυκά να ηχεί μέσα στ' αυτιά μου, μες στα κλειστά μου μάτια, μες στο υγρό μου στόμα, ν' αντιλαλεί με κάθε χτύπο της καρδιάς αυτό το σ' αγαπώ μέσα στη νύχτα, επιμένοντας με λυρισμό και ειλικρίνεια, πως τίποτε δεν τέλειωσε...
Κάθε μέρα που τη σκόνη της θ' αφήνει πάνω σε πράγματα, αισθήματα, ανθρώπους, μικρά και μεγάλα, εγώ θα σ' αγαπώ.

Freida Pinto, slumdog millionaire

Δεν μ' άγγιξε η αισιοδοξία που προσπάθησε να περάσει το «Slumdog Millionaire». Δεν ξέρω αν είμαι απαισιόδοξος, χοντρόπετσος ή ακαλλιέργητος, αλλά παρακολουθώντας την ταινία δεν αισθάνθηκα ν' ακολουθώ αυτό που έβλεπαν τα μάτια μου. Γι' αυτό ίσως οι όμορφα εναλλασσόμενες εικόνες, οι καλοδουλεμένες σκληρές σκηνές κι η εξαιρετικά ευχάριστη μουσική δεν μπόρεσαν να λειτουργήσουν συναισθηματικά, να με συγκινήσουν, να μ' απογειώσουν.

Καθόμουν αναπαυτικά στην κατάμεστη αίθουσα του κινηματογράφου, χαλαρός, άνετος. Δεν λαχάνιασα από το αλαφιασμένο τρέξιμο των πιτσιρακάδων ανάμεσα στις παράγκες της Βομβάης. Δεν σκίρτησα από του πρώτου έρωτα το τρυφερό χαμόγελο. Δεν κοιμήθηκα πάνω στους σωρούς απ' τα σκουπίδια. Δεν πόνεσα απ' τα χαστούκια του αστυνόμου. Δεν αγωνιούσα για την επόμενη ερώτηση. Δεν έπαθα ντελίριο από την απίθανη εύνοια της θεάς τύχης. Το καθένα ξεχωριστά, αλλά κι όλα μαζί, ενέπνεαν μια σιγουριά, μια αίσθηση ασφάλειας, μια ξενοιασιά, μια βεβαιότητα ότι στο τέλος όλα θα πάνε καλά...

Και όλα πήγαν καλά. Όχι μόνο για την ταινία, αλλά για όλους όσους δούλεψαν γι' αυτή. Ένα φιλμ που από καθαρή τύχη δεν βρέθηκε DVD στις προθήκες των βίντεο κλαμπ του κόσμου, έφερε όλους τους συντελεστές του στο προσκήνιο της επικαιρότητας σ' όλη την υφήλιο. Ίσως παρακολουθούμε μια από εκείνες τις εξαιρετικές περιπτώσεις, που η ζωή αντιγράφει την κεντρική ιδέα μιας κινηματογραφικής ταινίας. Με μόνη διαφορά ότι στην προκειμένη περίπτωση η πρωταγωνίστρια είναι γένους θηλυκού!

Η «ταινία» Φρίντα Πίντο μόλις τώρα αρχίζει!... Δεν ξέρω σε τι λάκκους με ακαθαρσίες ίσως χρειαστεί να βουτήξει για να φτάσει στο όνειρό της, ούτε πόσα χαστούκια μπορεί να υπομείνει για να υπερασπιστεί την επιλογή της. Δεν μπορώ να γνωρίζω πόσο μπορεί ν' αντέξει τις «αναθυμιάσεις» που αποπνέει ο χώρος του life style και πολύ περισσότερο την ανατροπή και τη σύγκρουση με τον κόσμο και τον τρόπο ζωής που μέχρι σήμερα ζούσε.

Όλα είναι θέμα τύχης; Τουλάχιστον έτσι διατείνεται το σενάριο της ταινίας... Θυμάμαι όμως παλιά -στο γυμνάσιο- είχαμε γράψει μια έκθεση με θέμα: «Έκαστος δημιουργός της τύχης του»... Λέτε η Φρίντα να την έκανε;

ΟΛΑ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ

Αν ήταν χτες πρωταπριλιά κι ακουγόταν σαν είδηση η απόδραση του Παλαιοκώστα -πέστε μου- δεν θα νομίζατε ότι είναι ένα από τα γνωστά κατ' έθιμο ψέματα και μάλιστα χωρίς να έχει και πολύ - πολύ πρωτοτυπία;

Νομίζω, πως αυτό και μόνο το γεγονός -μια εποχή που όλα είναι πιθανό να συμβούν- φανερώνει το μέγεθος της επιτυχίας του σχεδιασμού, οργάνωσης και δράσης των κακοποιών για την πραγματοποίηση της απόδρασης ή απ' την άλλη το μέγεθος της αποτυχίας του σχεδιασμού, οργάνωσης και αντίδρασης του κρατικού μηχανισμού για την αποτροπή της.

Φτάσαμε να διαπιστώνουμε πως το οργανωμένο έγκλημα, έχει αποχτήσει στις μέρες μας τη δυνατότητα να εκτελεί τόσο πολύπλοκα εγχειρήματα και μάλιστα οποτεδήποτε και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, χωρίς το οργανωμένο -υποτίθεται- κράτος να είναι σε θέση να το αντιμετωπίσει. Με άλλα λόγια, οι κακοποιοί αξιοποιώντας κλεμμένα χρήματα -όπως από ληστείες κι απαγωγές- είναι σε θέση να χρηματοδοτούν ανενόχλητοι τις εγκληματικές τους δραστηριότητες, ενώ απεναντίας το κράτος με τους θεσμούς και τους φορείς του -που χρηματοδοτούνται αδρά από τους φορολογούμενους- αποδεικνύεται ανίκανο να λειτουργήσει αποτελεσματικά απέναντι σε τέτοιου είδους φαινόμενα.

Το κράτος -το μήλον της έριδος των κομμάτων εξουσίας- που άλλοτε το καταγγέλλουν ως υδροκέφαλο ή αναξιόπιστο και άλλοτε το οραματίζονται λιγότερο και στρατηγείο, δεν είναι τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από τον μηχανισμό παραγωγής κι αναδιανομής του εθνικού πλούτου. Banka είναι -κατά το κοινώς λεγόμενο- κι η αντιμετώπισή του εξαρτάται από το ποιο κόμμα βρίσκεται πίσω από το γκισέ, ποιο κάνει ταμείο.

Το τραγικό μ' αυτούς που παριστάνουν τα τελευταία χρόνια τους κρατικούς ταμίες, είναι ότι, διαψεύδουν τραγικά όσους τους πίστεψαν και τους υποστήριξαν. Όλους αυτούς που σεμνά και ταπεινά περίμεναν μ' ανυπομονησία στην ουρά μπρος στο γκισέ μήπως δουν χαΐρι και προκοπή -όπως τους έταζαν δεξιά κι αριστερά- κι αντιθέτως, βλέπουν έκπληκτοι τους ταμίες να έχουν ανοίξει διάπλατα την πόρτα του χρηματοκιβωτίου κι ολημερίς να μπαινοβγαίνουν ανενόχλητοι κάθε λογής κουμπάροι, φίλοι, συγγενείς και παρατρεχάμενοι. Έτσι ακριβώς, όπως μπαινοβγαίνει κι ο Παλαιοκώστας, καλή ώρα.

Τι απογραφές επινόησαν, τι ήπιες προσαρμογές σκαρφίστηκαν, τι δημοσιονομικές σταθερότητες ανακάλυψαν, τι νέους φόρους εφηύραν, ούτε τσακιστό ευρώ δεν κατάφεραν να περισσέψει, έτσι, έστω για τα μάτια του κόσμου. Πάνω που είχε λειώσει πια η καραμέλα πως φταίνε οι προηγούμενοι, ξέσπασε η παγκόσμια «οικονομική κρίση» και την άρπαξαν απ' τα μαλλιά για να συνεχίσουν το παραμύθι. Βλέπεις και στον τόπο μας -μέσα σε ένα μήνα από την ψήφιση του προϋπολογισμού- τραντάχτηκε η βαριά βιομηχανία, ξεθεμελιώθηκε ο παραγωγικός ιστός, κατέρρευσαν οι εξαγωγές, κατρακύλησε το χρηματιστήριο...

Τώρα αναζητούν συναινέσεις και διαλόγους. Είναι προφανές όμως ότι τα μεγάλα λόγια έχουν τελειώσει από καιρό, όπως και τα πρωταπριλιάτικα ψέματα. Το γνωρίζει πολύ καλά ο λαλίστατος κυβερνήτης του τόπου. Εκείνο που μάλλον αναζητά είναι ο κατάλληλος χρόνος, ώστε να οργανώσει με τον καλύτερο τρόπο τη -δεδομένη πλέον- απόδρασή του από την εξουσία. Το ελικόπτερο έχει ανάψει τις μηχανές, όσο όμως την αναβάλει -είναι βέβαιο- ότι τόσο περισσότερος κουρνιαχτός θα σηκώνεται απ' τους έλικές του...

Φωτό: Sophia Douma

ΜΕΤΡό ΧΩΡΙΣ ΜέΤΡΟ

Έπρεπε να ‘σαι από μια μεριά να μας βλέπεις!... Άλλοι έψαχναν δεξιά κι αριστερά σαν χαμένοι, άλλοι έκαναν δυο βήματα και κοντοστέκονταν για να ρωτήσουν, άλλοι πήγαιναν σαν υπνωτισμένοι προς τα ‘κει που έδειχναν τα χάρτινα βέλη. Πρωί - πρωί ψάχναμε το βηματισμό και τον προσανατολισμό μας σαν να ‘μαστε γκρουπ που πηγαίνει... στις Βερσαλλίες!

Πρώτη μέρα διακοπής των διαδρομών του μετρό προς Αεροδρόμιο χτες κι έγινε το έλα να δεις. Δρόμοι έπηξαν, εργαζόμενοι άργησαν, οδηγοί διαμαρτύρονταν, ραδιόφωνα κατήγγειλαν, τηλεοράσεις ανέλυαν. Οι μόνοι που συνέχισαν κανονικά σαν να μην συμβαίνει τίποτα ήταν όσοι δουλεύουν για να τελειώσουν οι τρεις νέοι σταθμοί του μετρό.

Δεν θα πω έγινε ένα με τον ιστό των προαστίων που συνδέει, αλλά θα πω έγινε o ιστός. Σημείο αναφοράς, όχι μόνο για τις μετακινήσεις και τη συγκοινωνία, αλλά και για τις τοπικές αγορές, τις δραστηριότητες, την ανάπτυξη και τις σχέσεις. Όπου πήγε το μετρό άλλαξε ριζικά τη ζωή των ανθρώπων. Άλλαξε τις συνήθειες, επέβαλε έναν διαφορετικό τρόπο συμπεριφοράς, πρόσφερε ποιότητα, μεταμόρφωσε ολόκληρες γειτονιές και προάστια.

Αν για τον 19ο αιώνα ο σιδηρόδρομος έφερε τη μεγάλη αλλαγή στην ανάπτυξη της Ελλάδας, το μετρό έφερε την Αθήνα στον 21ο αιώνα. Την αξία και τη χρησιμότητά του την αισθάνθηκε όλη η πόλη χτες, που χρειάστηκε να διακόψει προσωρινά τα τακτικά δρομολόγιά του. Πάλι όμως δεν έλειψαν οι γρίνιες κι όλες οι καθημερινές μίζερες προσεγγίσεις για το τι και το πώς. Όλα αυτά που συνήθως μας διχάζουν -έχουμε βλέπεις κι επιλεκτική μνήμη- και μας αποθαρρύνουν ήρθαν στο προσκήνιο για να επιβεβαιώσουν και μ' αυτή την ευκαιρία, πως, τελικά, όσα και αν γίνουν σ' αυτό τον τόπο ευχαριστημένοι δεν πρόκειται να είμαστε ποτέ.

Σήμερα το πρωί η κατάσταση ήταν καλύτερη, αν και πάλι το παρκινγκ στο σταθμό Δουκίσσης Πλακεντίας ήταν σχετικά άδειο, γεγονός που σημαίνει ότι και σήμερα οι δρόμοι θα γεμίσουν αυτοκίνητα, καθυστερήσεις, εκνευρισμούς. Έχουμε καλομάθει πολύ ως φαίνεται και αποφεύγουμε την ελάχιστη ταλαιπωρία όπως ο διάολος το λιβάνι! Σιγά μην κουραστούμε να περπατήσουμε ως το λεωφορείο ή μην αργήσουμε 5' λεπτά παραπάνω...

Όλα ανέξοδα τα θέλουμε, στο πιάτο... Μην προσπαθήσουμε, μην ταλαιπωρηθούμε, μην αγχωθούμε, μην χαλάσουμε τη ζαχαρένια και τη βολή μας. Αλλά από την άλλη η κριτική κι η μουρμούρα στην ημερήσια διάταξη. Άντε μετά να μην είμαστε από τους τελευταίους σε αισιοδοξία για το μέλλον, λες και το μέλλον είναι κάτι ουρανοκατέβατο και δεν το φτιάχνουμε εν πολλοίς με τα ίδια μας τα χεράκια...

ΣΤΟ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ

Για να μας πάει ο Προκόπης μέχρι το Δάσος στο Χαϊδάρι που έμενε η θεία μου -Κυριακές απομεσήμερα συνήθως- έπαιρνε ένα εικοσάρικο. Δεν ήταν ταξιτζής, ο μπακάλης της γειτονιάς ήτανε, αλλά πού και πού εξυπηρετούσε με το κρεμ OPEL station κάποιους από τους πελάτες στις μετακινήσεις τους. Μεσοτοιχία με την κουμπάρα ήταν το μπακάλικο στη γωνία της Νυμφαίου, είχε και άπλα μπροστά στο πεζοδρόμιο με τις μπουκάλες υγραερίου, εκεί παραδίπλα που -βραδιές του καλοκαιριού- ψήνανε τσίρο με αναμμένη εφημερίδα οι πατεράδες μας για να συνοδέψουν το ουζάκι τους. Μπροστά στο μπακάλικο, καθισμένοι στο πεζούλι, στα τελάρα και μ' ένα άδειο βαρέλι φέτας για τραπέζι, με δυο ελιές, μια σαρδέλα, λίγο κεφαλοτύρι και πολύ διάθεση για κουβέντα, για πειράγματα, για να πάρουν μια ανάσα ξενοιασιάς.

Ο Προκόπης ήταν πολύ ταχτικός και νοικοκύρης στο μαγαζί του -ούτε που θυμάμαι πώς βρέθηκε στη γειτονιά, μα δεν έχει και τόση σημασία- και το είχε πάντα καθαρό και στην εντέλεια. Δίπλα στο πάγκο με το ταμείο δέσποζε το ογκώδες -μάλλον στα μάτια μου- ψυγείο γεμάτο με όλων των λογιών τα σαλάμια και τις μουρταδέλες. Με όλα τα τυριά του κόσμου, άλλα στρογγυλά, άλλα κίτρινα, άλλα άσπρα, άλλα με τρύπες και τα λαχταριστά για μένα τρίγωνα μαλακά τυράκια monte bianco. Τη φέτα για να την πιάσει έκανε μια τεραααααάστια επίκυψη στο πίσω μέρος του ψυγείου κι ύστερα αναδυόταν κρατώντας την με μαστοριά πάνω στο πλακέ μαχαίρι -ποτέ δεν ψώνισε η μάνα μου πάνω από τέταρτο...

Τα όσπρια, τη ζάχαρη και τα ζυμαρικά τα είχε σε βαρελάκια μπροστά από τον πάγκο. Σε κάθε βαρέλι είχε καρφωμένο πάνω σ' ένα ξυλάκι χαρτονάκι -ένα πάτο από κουτί τσιγάρα συνήθως- που έγραφε τις τιμές. Πάνω στα ξύλινα ράφια, που ήταν γεμάτοι γύρω-γύρω οι τοίχοι, είχε τις κονσέρβες, τα μακαρόνια, τα γάλατα, τους μπελτέδες, τα ROL, τις χλωρίνες και τα ΑVΑ κι όλα τα τυποποιημένα προϊόντα της εποχής. Πιο πέρα, σε μια γωνιά, είχε τα τελάρα με τις πορτοκαλάδες και τις μπύρες, τα μεγάλα βαρέλια με το λάδι Καλαμών, τα δοχεία με το πετρέλαιο και το οινόπνευμα. Πάνω στον πάγκο, εκεί δίπλα από τη ζυγαριά είχε και τις σοκολάτες «αμυγδάλου ΙΟΝ» μαζί με το βάζο με τις καραμέλες «τσάρλεστον» -τα ζαχαρωτά λουκουμάκια- που τρέλαιναν τον ουρανίσκο, όσες φορές δεν είχε να μας δώσει ρέστα τις δυο - τρεις δεκάρες ή το πενηνταράκι του λογαριασμού.

Τις καθημερινές οι γυναίκες μπαινοβγαίνανε για ψώνια από νωρίς το πρωί και τα Σαββατόβραδα οι πιο πολλοί άντρες -με το βδομαδιάτικο στην τσέπη- πήγαιναν και τακτοποιούσαν τις εκκρεμότητες, που ο Προκόπης έγραφε στο μπλε τετράδιο που έκρυβε -όπως είχα δει- μέσα σ' ένα συρτάρι. Δεν το μπορούσαν όλοι βέβαια, γιατί για κάποιους άκουγα πως τα χρέη τους έτρεχαν «πιο πολύ από την ταχεία της Πελοποννήσου» και πως ο Προκόπης στεναχωριόταν κι ήθελε να τους «κόψει το βερεσέ». Τα ψώνια γίνονταν σχεδόν κάθε μέρα, γιατί το βαλάντιο δεν επέτρεπε ν' αγοράσεις μεγάλες ποσότητες, αλλά -απ' την άλλη- «το μπακάλικο» αποτελούσε και μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να συναντηθούν οι ασχολούμενες με τα «οικιακά» γειτόνισσες για πρωινό κους κους, ενώ για τις νεότερες και ανύπαντρες ήταν ευκαιρία -γιατί όχι;- να το συνδυάσουν και με το κόρτε στον Προκόπη, που ήταν «ελεύθερος» και «μια χαρά τακτοποιημένο παιδί»...

Δεν μιλούσαν για ακρίβεια τότε. Δεν γκρίνιαζαν για τις ανατιμήσεις ειδών πρώτης ανάγκης. Δεν βαρυγκωμούσαν γιατί ακρίβυναν κι άλλο τα ποτά και τα τσιγάρα. Δεν διαμαρτύρονταν για το αδειανό καλάθι της νοικοκυράς. Όλα είχαν το μέτρο και την αξία τους. Τα προϊόντα, οι αγορές, ο κόσμος, οι άνθρωποι, τα συναισθήματα, ο χρόνος. Καθένας είχε το ρόλο του και τη θέση του. Ο Προκόπης, ο πατέρας, η κουμπάρα, εγώ, η θεία, οι καραμέλες, τα τυριά, οι μπουκάλες υγραερίου.

Ο συνεκτικός κρίκος των ανθρώπων που ζούσαν δίπλα, στο σπίτι, στη γειτονιά, στην πιο κάτω γειτονιά και στον παραπάνω δρόμο -Κομνηνών θαρρώ τον λέγανε- αλλά και στο Δάσος και την Πετρούπολη, ήταν ένας: Η επιβίωση της οικογένειας. Μα, κοινός παρανομαστής για όλους αυτούς τους βιοπαλαιστές, υπαλλήλους, μεροκαματιάρηδες, επαγγελματίες, νοικοκυρές, μοδίστρες και κομμώτριες ήταν ένας: Η ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.

Δεν ξέρω τι απέγινε ο Προκόπης. Το «Δάσος Χαϊδαρίου» έμεινε μόνο στα λόγια. Με την κουμπάρα χαθήκαμε στις μετακινήσεις της κοινωνικής ανέλιξης. Το τετράδιο με τα βερεσέδια το κουβαλάμε μες στο πορτοφόλι. Τα Σάββατα -έγινε συνήθεια πια- βγαίνει σεργιάνι η καταναλωτική μας ψυχοθεραπεία -shopping therapy κατά το κοινώς λεγόμενο- ανάμεσα σε ράφια με κονσέρβες και σαπούνια. Μπερδεύω πια μάρκα μακαρόνια Νο 6 ν' αγοράσω και παρατάω στο ταμείο τα ρέστα των 0,05 ευρώ.

Γκρινιάζουμε για όλα. Διαμαρτυρόμαστε με το παραμικρό. Μας φταίνε πάντα οι άλλοι. Ο δίπλα, ο απέναντι, το κράτος, ο Ολυμπιακός, οι Τούρκοι, η λακκούβα, ο Γιωργάκης, ο Φ.Π.Α. Κατακρίνουμε τους υπουργούς μπροστά στις τηλεοράσεις και τους ξαναψηφίζουμε μπροστά στις κάλπες. Πετάμε τα σκουπίδια μας όπου βρούμε και τις Κυριακές τρέχουμε στις δεντροφυτεύσεις του ΣΚΑΪ. Γίναμε είδωλα και εικόνες ενός κόσμου που φτιάξαμε με τα ίδια μας τα χέρια. Χάθηκε ο μπούσουλας του εαυτού μας, της ζωής μας, της κοινωνίας μας.

Ποιος είναι άραγε ο συνεκτικός κρίκος όλων εκείνων που γεμίζουν βιαστικά κι αχόρταγα τις πλαστικές σακούλες ή αδειάζουν φιλάρεσκα το καρότσι τους μπροστά μου τσεκάροντας αν ξέχασαν κάτι ή αυτών που ψάχνουν στα κατεψυγμένα με το κινητό στ' αυτί, μήπως η επιβίωση της οικογένειας; Αλλά ποιος είναι κι ο κοινός παρανομαστής, για τον πενηντάρη με τη ροδακινί φόρμα που αλωνίζει στα ράφια, για τη γιαγιά με τα τρία πακετάκια στο ταμείο express, για την ταμία, για τον μεταφορέα, για μένα, για την καθαρίστρια, για τον προϊστάμενο, για την κυρία με το λαχανί ταγιέρ και το κατακόκκινο νύχι, για τον παρκαρισμένο πάνω στο κράσπεδο με τα αλάρμ ν' αναβοσβήνουν; Όχι -διαισθάνομαι- η ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο...

ΑΠΛΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ: Η ΠΕΔΙΑΣ... ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

Ο γιός μου ο μικρός δε σκαμπάζει και πολλά από γεωγραφία. Ακούει Πρέσπες και νομίζει ότι μιλάμε για καμιά νέα εξωτική συνταγή του Μαμαλάκη. Δευτέρα γυμνασίου πάει. Ο γεωγραφικός του ορίζοντας εκτείνεται από το Mall μέχρι το Allou Fan Park. Εντάξει, δε λέω, ξέρει και τη Θεσσαλονίκη -ας είναι καλά το... Ράδιο Αρβύλα- αλλά και την Ιεράπετρα -που πήγαμε διακοπές το καλοκαίρι- κι έτσι έπαψε να νομίζει το παιδί, πως ήταν αυτή που του έλεγε ότι χρησιμοποιούσε ο παππούς για ν' ανάβει παλιά το τσιγάρο του...

Χτες με κανάκευε όλο τ' απόγευμα διεκδικώντας επιπλέον... επιδότηση κατά 20 ευρώ για ν' αγοράσει λέει χρόνο για το lineage. Πες και πες έφτασε οχτώ το βράδυ. Οι άμυνές μου άρχισαν να καταρρέουν ενόψει των δελτίων -σε αντίθεση με τα μπλόκα των αγροτών που καλά κρατούσαν. Για μια στιγμή -όπως δυνάμωσα την ένταση του ήχου μήπως ξεφύγω- το παιδί έμεινε άφωνο...

«...Κλειστή παραμένει η συνοριακή διάβαση στον Προμαχώνα. Αποκλεισμένο, εξακολουθεί να είναι το τελωνείο στους Κήπους Έβρου. Προσωρινά άνοιξε και το μπλόκο στο Ορμένιο Έβρου. Τα μπλόκα παραμένουν στην Κουλούρα Ημαθίας, στο ύψος των Κερδυλίων και της Χρυσούπολης Καβάλας. Τα τρακτέρ των αγροτών παραμένουν στην είσοδο της πόλης των Γιαννιτσών, του Κιλκίς, αλλά και στον κόμβο της Τρίγλιας. Παραταγμένα στην περιοχή της Κορνοφωλιάς βρίσκονται τα τρακτέρ από τους δήμους Σουφλίου και Ορφέα...».

-Ρε πατέρα, για ποια χώρα μιλάει; Εσύ δεν μου είπες, ότι έφυγαν οι Ισραηλινοί και σταμάτησαν να σκοτώνονται τα παιδιά στη Γάζα;

Αισθάνθηκα μια περηφάνια μέσα μου. «Τουλάχιστον» σκέφτηκα «Διατηρεί ακέραια τ' ανθρώπινα αντανακλαστικά του, γιατί αν περιμένω να μάθει γεωγραφία απ' το σχολείο, σωθήκαμε»...

Ίσως έτσι να ‘ναι καλύτερα... Κάτι θα ξέρουν εκείνοι που ασχολούνται με τα εκπαιδευτικά θέματα και την παιδεία και μοιράζουν πάκα τα βιβλία χάριν της «δωρεάν». Τόμοι ολόκληροι τα περισσότερα, που δεν έχουν να πουν τίποτε περισσότερο από τα προηγούμενα, που με τη σειρά τους -για να πρωτοτυπήσουν κι αυτά έναντι των πιο προηγούμενων- είχαν προσθέσει μύριες όσες λεπτομέρειες και πληροφορίες. Μέχρι και το βιβλίο των μαθηματικών έφτασε να έχει δεκάδες σελίδες Ιστορίας, αλλά όχι τις ιδιότητες των δυνάμεων...

Δημιουργήματα πολυπληθών συντακτικών ομάδων, που αξιολογούνται από πολυπληθείς επιτροπές κι εκτυπώνονται σε εκατομμύρια αντίτυπα για να μοιραστούν στους χιλιάδες μαθητές και να γίνουν χαρτοπόλεμος και μερικές φορές παρανάλωμα του πυρός στο τέλος της σχολικής χρονιάς. Το φύλλο συκής της «δωρεάν» παιδείας, στην οποία όλα έχουν γίνει πεδιάδα... Ίσωμα.

Ας μιλήσουμε όμως καλύτερα για τις εισαγωγικές εξετάσεις που «πουλάνε» ελπίδες κι αγοράζουν ψήφους. Ας πούμε πιο καλά για τις πιστώσεις που θα πάνε μετά τις εκλογές -πάντα- στην έρευνα, που αφορούν μόνο τους αστέρες των τηλεοπτικών πάνελ. Ας συζητήσουμε για το πανεπιστημιακό άσυλο, που μέχρι να καταλάβουμε πώς ορίζεται, κινδυνεύουμε να κλειστούμε τρελαμένοι μέσα σε κανένα ιδιωτικό...

Χαίρομαι που εδώ και χρόνια οι κουβέντες για το θέμα της παιδείας ξεκινούν από μηδενική βάση, αντικατοπτρίζουν καλύτερα το επίπεδο που βρίσκεται το θέμα. Ακόμα περισσότερο χαίρομαι, όταν ο αρμόδιος υπουργός Παιδείας -και Θρησκευμάτων για να μην ξεχνιόμαστε- δηλώνει, πως προσέρχεται στη συζήτηση ως tabula rasa. Μου προσφέρει -εκτός από τον αισθησιακό τηλεοπτικό του ψίθυρο- μια αίσθηση ασφάλειας και σιγουριάς, πως η διακυβέρνηση του τόπου βρίσκεται σε καλά χέρια... Στα δικά μου!

Επιτέλους, το όνειρό μου να γίνω έστω για μια μόνο μέρα πρωθυπουργός αυτού του τόπου, ήρθε η «εικονική» κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή που το κάνει κάθε μέρα πραγματικότητα...

"ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΠΑΙΖΕΙ"

Όλο και περισσότεροι Έλληνες πιστεύουν πια, ότι η διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας με πρόεδρο τον Κώστα Καραμανλή έκλεισε οριστικά τον ιστορικό της κύκλο. Δεν είναι μόνο το πολιτικό σκηνικό που καθημερινά επιδεινώνεται εξαιτίας της σκανδαλολογίας, ούτε η οικονομική κρίση που πιέζει ασφυκτικά και την ελληνική οικονομία. Εκείνο που δείχνει να παίζει καθημερινά όλο και καθοριστικότερο ρόλο στη συνείδηση των πολιτών, ώστε να στρέφουν με απογοήτευση οριστικά την πλάτη στο κόμμα που κυβερνά τον τόπο από το Μάρτη του 2004, είναι η αδυναμία να οραματιστεί, να σχεδιάσει και να υλοποιήσει με συνέπεια κι αξιοπιστία το παραμικρό μέτρο, έργο ή πρόγραμμα, που να στοχεύει στην ικανοποίηση κοινωνικών αναγκών ή απαιτήσεων.
Η πολιτική δεν είναι ηθικολογία ο Καραμανλής πήρε το 2004 το τιμόνι διακυβέρνησης της χώρας έχοντας εξαντλήσει προεκλογικά όλο το οπλοστάσιο ηθικής και ενάρετης συμπεριφοράς. Ενσάρκωσε με πείσμα και πειστικότητα το ρόλο του άμεμπτου κι αδέκαστου ηγέτη και του εγγυητή της σεμνότητας και ταπεινότητας στη διακυβέρνηση της χώρας. Σήμερα, πέντε σχεδόν χρόνια μετά, όχι μόνο έχει διαψεύσει τον εαυτό του, αλλά προπαντός -κι αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο- τις όποιες ελπίδες των πολιτών που τον εμπιστεύτηκαν, ότι η νέα γενιά των πολιτικών που ήρθε στο προσκήνιο με την έλευσή του στην πρωθυπουργία, μπορεί να αλλάξει τους από χρόνια διαμορφωμένους όρους του πολιτικοοικονομικού συστήματος.
Σε επίπεδο κυβερνητικής πολιτικής πολύ δύσκολα ξεχωρίζουν όλα αυτά τα χρόνια κάποιες πρωτοβουλίες που να αλλάζουν, βελτιώνουν, εκσυγχρονίζουν υφιστάμενες δομές ή λειτουργίες. Η εκποίηση δημόσιας περιουσίας και πλούτου για την κάλυψη των δαπανών βαφτίστηκε «μεταρρύθμιση». Η εγκατάλειψη στην τύχη τους κρίσιμων κοινωνικών αγαθών, όπως η παιδεία κι η υγεία, αποκλήθηκε «υλοποίηση προγραμματικών δεσμεύσεων». Η συρρίκνωση και κατάργηση εργασιακών δικαιωμάτων, μισθών και συντάξεων, ονομάστηκε «δημοσιονομική εξυγίανση».
Τα golden boys της Ο.Ν.ΝΕ.Δ., που βρέθηκαν με τα κλειδιά του κρατικού μηχανισμού στο χέρι από το Μάρτη του 2004, πολύ γρήγορα ανακάλυψαν τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες που προσφέρει το «4Χ4» όχημα που παρέλαβαν. Γέμισαν και το ρεζερβουάρ «βενζίνη» με το πονηρό τρικ της «απογραφής» και ξεχύθηκαν μ' ενθουσιασμό στις λεωφόρους της αλαζονείας, της αδιαφάνειας, των σκανδάλων και του αμοραλισμού. Κάτι ψέλλισε ο δυστυχής Καραμανλής στου Μπαϊρακτάρη, αλλά ήταν τόσα τα «γκάζια» των δημοσκοπήσεων κι ο θόρυβος της εξουσίας, που -κι όσοι έτυχε να τ' ακούσουν- νόμισαν πως αφορούν μόνο τους «κουμπάρους». Εξάλλου, η βασική κυβερνητική και μιντιακή ατάκα «για όλα φταίει το ΠΑΣΟΚ» καλά κρατούσε, κοιμίζοντας τον κόσμο.
Αυτά τα «παιδιά» -μετά τον πρόσφατο ανασχηματισμό- καλούνται από τον Καραμανλή να «παίξουν» δυνατά το χαρτί της αποφασιστικότητας, της σιγουριάς, της συναίνεσης και του «νέου».Έχοντας αφήσει πίσω του κάποια άλλα «χρυσά» παιδιά ο πρωθυπουργός, μπορεί να πιστεύει ότι έχει ανεξάντλητες ευκαιρίες επικοινωνιακής πολιτικής κι ανέξοδης πολιτικολογίας. Μπορεί να εκτιμά, ότι μ' αυτά τα «παιδιά» μπορεί να φτάσει ως τις επόμενες εκλογές έχοντας περιορίσει στα όρια της μη αυτοδυναμίας το ΠΑΣΟΚ. Μπορεί να νομίζει, ότι οι πολίτες ίσως «παίξουν» Νέα Δημοκρατία και στις επόμενες εκλογές, όπως έπαιξαν -και κάηκαν κυριολεκτικά- στις εκλογές του 2007.
GAME OVER, κύριε Πρωθυπουργέ. Τα παιδιά της κυβέρνησής σας, μετά τις επόμενες εκλογές, το μόνο που θα παίζουν είναι play station... Στα σπίτια τους φυσικά...

ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ

«-50% & -60%», «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΤΩΣΗ ΤΙΜΩΝ», «ΧΑΡΙΖΟΥΜΕ, ΔΕΝ ΚΕΡΔΙΖΟΥΜΕ». Οι βιτρίνες -μετά τα γιορτινά τους- φόρεσαν τα... εκπτωσιακά τους. Πρώτη μέρα των εκπτώσεων σήμερα, αν κι είναι κοινό μυστικό πως πολλοί καταστηματάρχες στα μουλωχτά και εντελώς σεμνά και ταπεινά είχαν αρχίσει τις προσφορές και το σκόντο ήδη από την περίοδο των γιορτών. Μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου που θα διαρκέσουν οι εκπτώσεις ευελπιστούν οι άνθρωποι να προσελκύσουν το καταναλωτικό κοινό, μπας και κλείσουν καμιά τρύπα από τα έξοδα, ρεφάροντας -όσο το καταφέρουν- κάτι από τα... σπασμένα. Δύσκολοι καιροί για την αγορά...
«ΑΝΟΙΞΑΜΕ ΚΑΙ ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ». Αυτός θα μπορούσε να είναι ο τίτλος του νέου κύκλου επεισοδίων κυβερνητικής πολιτικής, που ως φαίνεται εγκαινιάστηκε μετά τον ανασχηματισμό. Ήδη όλα τα «νέα» κυβερνητικά στελέχη έβγαλαν την πραμάτια τους στη βιτρίνα των τηλεοπτικών εκπομπών, περιμένοντας την εκλογική πελατεία να τα προτιμήσει. Και να, λαχταριστά επιδόματα προσλήψεων, να ελκυστική κατάργηση των εισαγωγικών, να περικοπές σε αμοιβές των golden boys. Με τον τρόπο αυτό η κυβέρνηση ευελπιστεί να καλύψει τη ζημιά από τα σκάνδαλα και τη δυσαρέσκεια και να ρεφάρει στο δρόμο προς τις κάλπες κάτι από τα... σπασμένα των τελευταίων μηνών. Δύσκολοι καιροί για αγοραίες πολιτικές...

Ε, ΡΕ!... ΓΚΙΟΥΛΕΚΑΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ...

Αυτό ήτανε!
Ο φημολογούμενος από μήνες ανασχηματισμός βρίσκεται προ των πυλών, σε λίγο θα βρίσκεται και προ των μικροφώνων. Το γαϊτανάκι των ονομάτων, των πόστων, των αλλαγών εντός ολίγου επιτέλους ολοκληρώνεται για να δώσει τη θέση του στο άλλο γαϊτανάκι των ονομάτων, των πόστων, των αλλαγών...
Επιτέλους!
Τα προβλήματα της κοινωνίας και τ' αδιέξοδα της κυβερνητικής πολιτικής θ' αποχτήσουν νέο ονοματεπώνυμο κι νέους αποδέχτες. Η λύση τους απλώς -και για μια ακόμα φορά- θα μετατεθεί για μετά τις επόμενες δημοσκοπήσεις. Τι πολιτική κι αυτή, να κυβερνάς δίχως πολιτική, μόνο με τις φήμες και τα παραπολιτικά...
Χαράς ευαγγέλια για τα κανάλια, αφού οι εικόνες με τα κομματιασμένα κορμιά στη Γάζα είχαν αρχίσει να κουράζουν, ενώ η κατάσταση της υγείας του άτυχου φρουρού εξακολουθούσε να είναι σταθερή. Τώρα θ' αρχίσουν να ψάχνουν δυσαρεστημένους, αδικημένους, αναβαθμισμένους, υποβαθμισμένους,..
Όσο κι αν ανακατευτεί αυτή η τράπουλα, είναι σημαδεμένη. Η παρτίδα είναι στημένη. Δεν μπορεί να εμπνεύσει. Δεν μπορεί να πείσει. Δεν μπορεί να κερδίσει. Τέλειωσαν οι άσσοι απ' το μανίκι και το λαγό στο καπέλο τον κάνανε από καιρό στιφάδο.
Ένα είναι σίγουρο, η κοινωνία, ο καθένας μας, θα σπρωχθεί σε ακόμα πιο «ασφαλή» μονοπάτια και σε ακόμα πιο «ελεγχόμενες» διαδρομές. Θα μας «νοικοκυρέψουν» για τα καλά κι αλλοίμονο σ' όσους θελήσουν να' χουν το «κεφάλι έξω» από την ομπρέλα της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας...
Αλήθεια, ο συμπαθής κος Γκιουλέκας πήρε χαρτοφυλάκειο;

"ΜΑΣ ΤΑ 'ΠΑΝ ΑΛΛΟΙ"

Τα πούλμαν ήταν έτοιμα ν' αναχωρήσουν. «Πούλμαν 1 - ΚΩΝ/ΠΟΛΗ» ενημέρωνε το λευκό χαρτί που ήταν κολλημένο στο παρμπρίζ. Οι βιτρίνες στο φαρμακείο είχαν αποκατασταθεί. «Σας ευχαριστούμε για την υποστήριξη και την κατανόηση. Οι εργαζόμενοι» πληροφορούσαν ευγενικά οι καλαίσθητες πινακίδες στο ολοκαίνουργιο τζάμι του καφεκοπτείου της γωνίας. Η τράπεζα είχε δουλειά ακόμη, η μυρωδιά του καμένου αναδυόταν από τον τεράστιο κάδο μπροστά στον πεζόδρομο. Μια άλλη μυρωδιά πιο κάτω -από το «ΑΠΟΛΛΩΝΙΟ»- συνόδευε τα πρωινά βήματά μου, αναστατώνοντας τα ρουθούνια με ολόφρεσκες φαντασιώσεις λαχταριστών κρουασάν, ντόνατς, τσουρεκιών και μπισκότων. Βουνό οι κουραμπιέδες και οι δίπλες πίσω από τη στολισμένη με γιρλάντες τζαμαρία. Λιγοστοί άνθρωποι κυκλοφορούν, το είχα διαπιστώσει και στο μετρό. Μια οδοκαθαριστής σαρώνει με σπουδή τα χαρτάκια και τ' αποτσίγαρα από μια λακκούβα ενός -υποτίθεται- δέντρου, έχει στολισμένο το φτυάρι της με άσπρες πλαστικές σακούλες. Λαμπιόνια αναβοσβήνουν νυσταγμένα πίσω απ' τις κρεμασμένες αθλητικές και τα περιοδικά στο περίπτερο. Ένα λεωφορείο -μισοάδειο κι αυτό- σταμάτησε στη στάση κι ένας μελαψός νεαρός ανέβηκε βιαστικά. Ούτε η «κλούβα» της αστυνομίας που συνήθως στάθμευε στην άκρη του δρόμου φαινόταν πουθενά.
Χριστούγεννα σε δυο μέρες κι η πληγωμένη πόλη άρον - άρον φτιασιδώνεται, καμώνεται πως δεν τρέχει τίποτα. Οι περαστικοί πατούν πάνω σε σπασμένα πεζοδρόμια κι αναζητούν την άκρη μιας εικόνας, μιας σκέψης, μιας ελπίδας να πιαστούν για να χωθούν στη θαλπωρή της, να αισθανθούν γιορτινά, να χαμογελάσουν ξένοιαστα.
Όχι, δεν θα ξεφύγω πάλι στον εύκολο δρόμο των παιδικών αναμνήσεων. Δεν θ' αναζητήσω και τώρα καταφύγιο στη γλύκα των τρυφερών χρόνων. Δεν θα παρασυρθώ στην αναπόληση μιας ζωής που φορούσε κοντά παντελόνια κι έλεγε τα κάλαντα για να βγάλει χαρτζιλίκι.
Ο χώρος, ο χρόνος, η πόλη, οι άνθρωποι, το σήμερα, το αύριο ορίζονται από σκέψεις, μορφοποιούνται από επιθυμίες, μετασχηματίζονται από δράσεις. Είμαι παρών, ζω και μπορώ να σκεφτώ, μπορώ να επιθυμήσω, μπορώ να δράσω...
Για να απολαύσω το καλύτερο πρέπει να το σκεφτώ, να το επιθυμήσω, να κάνω κάτι γι' αυτό. Καλές οι ευχές, αλλά μόνο μ' αυτές δεν αλλάζουν ούτε οι άνθρωποι, ούτε ο κόσμος...
Ξέρω, είμαι σίγουρος ότι σκέφτεσαι... «Μας τα ‘παν άλλοι»!...
Να είσαι καλά! Και του χρόνου!...

ΔΕΝ ΘΑ ΕΡΘΟΥΝ ΦΕΤΟΣ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Μόνο οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας θα γιορτάσουν φέτος Χριστούγεννα. Είναι οι μόνοι που, μετά τη χτεσινή ομιλία του Πρωθυπουργού, θα έχουν επιτέλους «κάτι να πουν» σαν μπουναμά στους ψηφοφόρους τους, μπας και καταφέρουν να περισωθούν και να περιορίσουν την οργή και την απογοήτευσή τους. Όλοι εμείς οι υπόλοιποι; Χριστούγεννα γιοκ, κατά το κοινώς λεγόμενο.
Παρά τα ενθουσιώδη χειροκροτήματά τους μετά τις εκ βαθέων εξομολογήσεις του Καραμανλή, παρά τα πολύχρωμα εφέ και τα εντυπωσιακά πυροτεχνήματα του Κακλαμάνη, παρά τις γιρλάντες και τα λαμπιόνια στα μπαλκόνια των σπιτιών, κάτι μας κρατά κακόκεφους, κάτι σφίγγει τις καρδιές μας. Παρά τις ομολογουμένως φιλότιμες προσπάθειες του Δήμαρχου της Αθήνας με τη φωταγώγηση του χριστουγεννιάτικου δέντρου στο Σύνταγμα, αλλά και πολλών καταστηματαρχών και συμπολιτών μας που έσπευσαν να στολίσουν τα μαγαζιά και τα σπίτια τους, είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι φέτος δεν θα έρθουν τα Χριστούγεννα.
Κάποιοι πιστεύουν, ότι για όλα φταίει ο Λαζόπουλος, που ξεκατινιάζοντας και κράζοντας τους πάντες και -σχεδόν- τα πάντα ρίχνει το ηθικό μας και δυσφημεί διεθνώς τη χώρα. Κάποιοι άλλοι αποδίδουν τις ευθύνες στους συνταξιούχους που -παρά την καταβολή της σύνταξης- καθυστερούν να κατεβούν στη Βαρβάκειο και στις άλλες λαϊκές αγορές, ενώ κατεβαίνουν προκλητικά μαζί με τα εγγόνια τους σε διαδηλώσεις και πορείες. Ορισμένοι υποστηρίζουν, ότι μέρος των ευθυνών αναλογούν και στους κατεστραμμένους καταστηματάρχες, οι οποίοι κωλυσιεργούν να εισπράξουν τα δεκαχίλιαρα και τα άλλα χαμηλότοκα κυβερνητικά ευεργετήματα για ν' αλλάξουν τα τζάμια. Κάποιοι εξάλλου -οι περισσότερο... πολιτικοποιημένοι- διατείνονται ότι υπεύθυνο για όλα είναι το ΠΑΣΟΚ και ο Γιώργος Παπανδρέου -ποιος άλλος;- προσωπικά, επειδή έχασε τις εκλογές... το Μάρτιο του 2004.
Όπως και να ‘χει το πράγμα, εκείνο για τον οποίο θα πρέπει να είμαστε απολύτως σίγουροι -αφού έτσι μας βεβαιώνουν σχετικά όχι μόνο τα έγκυρα κρατικά κανάλια, αλλά προπαντός ο απολύτως αξιόπιστος κυβερνητικός εκπρόσωπος- είναι πως ο Κώστας Καραμανλής δεν φέρει καμιά απολύτως ευθύνη γι' αυτό. Επί τρεις και πλέον μήνες, από τον περασμένο Σεπτέμβρη όπως κι ο ίδιος ομολόγησε -και αφού οι απόψεις του στο μεταξύ μεταλλασσόταν κι άλλαζαν ανάλογα με τις αποκαλύψεις και τις δημοσκοπήσεις- ήταν φουλ απασχολημένος με το να εκτιμήσει το πραγματικό μέγεθος, το ύψος και το βάθος του σκανδάλου του Βατοπεδίου.
Ας κάνουμε, λοιπόν, υπομονή τρεις-τέσσερις μήνες μέχρι δηλαδή ο κύριος Πρωθυπουργός να αξιολογήσει και να χωνέψει ποιος ευθύνεται και γι' αυτό το σκάνδαλο και τι σημαίνει να μην έρθουν φέτος τα Χριστούγεννα, οπότε κατά το... Πάσχα, ας βγει πάλι στη Βουλή να αναλάβει την αντικειμενική, πολιτική ευθύνη «για κάθε ζήτημα που πληγώνει τους πολίτες», οπότε άνετα τότε κι εμείς θα μπορέσουμε να σουβλίσουμε τον οβελία με την ησυχία μας κάτω από το ολόλαμπρο χριστουγεννιάτικο δέντρο!
Τότε ασφαλώς θα είναι και περισσότερο επίκαιρα τα πυροτεχνήματα και του Πρωθυπουργού και του Δημάρχου...

ΤΟ ΑΣΤΡΟ ΜΟΥ

Τελικά, υπάρχει ή όχι το άστρο των Χριστουγέννων;
Μικρός, θυμάμαι, ξυπνούσα πολύ νωρίς την παραμονή των Χριστουγέννων για ν' ακούσω τα κάλαντα από το ραδιόφωνο, την ώρα που άρχιζε η μετάδοση του προγράμματος, αφού το βράδυ δεν είχε εκπομπές γιατί οι κρατικοί σταθμοί ήταν κλειστοί. Με την τσίμπλα στο μάτι σκαρφάλωνα και στο παράθυρο πάνω απ' το κρεβάτι των γονιών μου για να κοιτάξω ανάμεσα από τις μισάνοιχτες γρίλιες στον ουρανό να δω το αστέρι των μάγων.
Εκείνη τη μέρα κάθε χρόνο, ήταν απολύτως φυσικό, τόσο μετά τον «τσοπανάκο» -με τα χαρακτηριστικά κουδούνια και κουδουνάκια του- ν' ακουστούν τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα, όσο και το αστέρι να βρίσκεται εκεί ψηλά γαντζωμένο στον ουρανό συνεπές στο ραντεβού του με τα παιδικά μου μάτια. Και ναι -τώρα που το αναφέρω- είχε ένα τόσο βαθύ γαλάζιο χρώμα και μια τόσο φωτεινή καθαρότητα και διαύγεια ο ουρανός, που το αστέρι μου ξεχώριζε ολόλαμπρο ανάμεσα σε χιλιάδες, εκατομμύρια άλλα αστέρια γύρω του. Τέτοιον ουρανό έχω χρόνια να αντικρύσω (Θυμάσαι; Από εκείνο τον Αύγουστό μας στη μικρή παραλία δίπλα στο Λιμένα...)
Δεν έψαχνα το πώς και το γιατί. Πίστευα. Μου αρκούσε που το αστέρι μου ήταν κάθε φορά εκεί. Λαμπερό και ξεχωριστό να φωτίζει ολόκληρο τον ουρανό και το φως του ν' αντανακλά στη γη, να μαγνητίζει το βλέμμα μου για ώρα πολύ, μέχρι που το πρώτο πρωινό φως να το συντροφέψει σιγά - σιγά στον ορίζοντα. Και ναι -τώρα που το αναφέρω- ο ορίζοντας τότε υπήρχε πέρα στο βάθος, πεντακάθαρος μέχρι εκεί που έφτανε η ματιά μου, πάνω απ' την αυλή του κυρ-Μήτσου του πυροσβέστη, το βουστάσιο της κυρα-Κούλας που μας έφερνε το φρέσκο γάλα, της κεραίες της ραδιοφωνίας, την Αθήνα, τον Υμηττό και την Πεντέλη. Τόσο μακριά έχω χρόνια να στείλω τη ματιά μου (Θυμάσαι; Από εκείνο το ηλιοβασίλεμα στην παλιά πόλη της Κυπαρισσίας)
Έχω χρόνια να το αναζητήσω. Δεν θυμάμαι πότε κοίταξα προς τον ουρανό για τελευταία φορά. Με το πέρασμα των χρόνων και μεγαλώνοντας, οι μέρες των Χριστουγέννων έγιναν ντεμοντέ, συμβατικές, αναμενόμενες, προγραμματισμένες. Οι υποχρεώσεις, τα ψώνια, το ρεβεγιόν, τα δώρα των παιδιών, δημιούργησαν άλλες προτεραιότητες, άλλες έννοιες κι ενδιαφέροντα. Και ναι -τώρα που το αναφέρω- τότε οι άνθρωποι είχαν άλλα ενδιαφέροντα. Γιόρταζαν, είχαν σχέσεις, είχαν αυλές, πόρτες ανοιχτές και τα λιγοστά λεφτά τους για δώρα συμπληρώνονταν με πλατιά χαμόγελα και εγκάρδιες ευχές. Τέτοιες ευχές έχω χρόνια ν' ακούσω (Θυμάσαι; Από κείνη την παραμονή Χριστουγέννων στο σπίτι της γιαγιάς Ευθυμίας...)
Φέτος αισθάνομαι την ανάγκη να το ψάξω και πάλι. Να το αναζητήσω ξανά, μα όχι πια εκεί ψηλά, αλλά βαθειά μέσα στην ψυχή μου, εκεί στο σκονισμένο μπαούλο των παιδικών μου αναμνήσεων, δίπλα στο Μολυβένιο Στρατιώτη και το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα. Εκεί που νοιώθω πως -με ευλάβεια κλεισμένο- εξακολουθεί να λάμπει και να φωτίζει αδιόρατα και προσεχτικά τα ανθρώπινα βήματά μου. Θ' αφήσω τη λάμψη του να γαληνέψει την καρδιά μου, να φωτίσει τα μάτια μου, να ζεστάνει τα χέρια μου. Και ναι -τώρα που το αναφέρω- πάντα στην αγκαλιά της μάνας μου υπήρχε ένα βελουδένιο χάδι στα μαλλιά μου που μ' έκανε πανευτυχή, πάντα χέρι - χέρι με τον πατέρα μου ένοιωθα παντοδύναμος κι ανίκητος. Τόσο ευτυχισμένος και δυνατός αισθάνομαι δίπλα σου, γι' αυτό θα σου χαρίσω το κρυμμένο χριστουγεννιάτικο αστέρι μου, ό,τι πιο πολύτιμο κουβαλώ στον κόρφο μου από τα τρυφερά μου χρόνια. Εσύ είσαι ό,τι πιο πολύτιμο και λαμπερό υπάρχει πλέον στη ζωή μου.
Τελικά, υπάρχει το αστέρι Χριστουγέννων!... Κι ίσως δεν χρειάζεται να ψάξουμε ψηλά στον αχανή ουρανό για να το βρούμε, τα πραγματικά αστέρια -το πιστεύω πια- βρίσκονται ανάμεσά μας, κάπου δίπλα μας!...

ΚΑΛΗ ΕΠΑΝΟΔΟ ΚΥΡΙΕ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΕ

Λίγο πριν το μεσημέρι, για 6η συνεχή μέρα, ένας ακόμη κύκλος βίας ξετυλίχτηκε στο κέντρο της Αθήνας μεταξύ αστυνομίας, κουκουλοφόρων και νέων παιδιών με επιδιαιτητές διερχόμενους πολίτες, που ορμούσαν ν' απαγκιστρώσουν μικρούς μαθητές από τα χέρια εξαγριωμένων αστυνομικών. Στον υπόγειο της Ομόνοιας λίγο αργότερα διμοιρίες των Μ.Α.Τ. ποδοβολούσαν τρέχοντας ανάμεσα σε ξαφνιασμένους πολίτες, ενώ λίγο πιο πάνω κάποιοι καταστηματάρχες υποχρέωναν μια άλλη διμοιρία να απομακρυνθεί μπροστά από τα καταστήματά τους.
Και την ώρα που συνέβαιναν εδώ όλα αυτά, την ίδια σχεδόν στιγμή, στη συνέντευξή του από τις Βρυξέλες μετά την ολοκλήρωση της Συνόδου Κορυφής ο Πρωθυπουργός της χώρας, αφού διαπίστωνε για μια ακόμη φορά, ότι δεν υπάρχουν πολιτικές ευθύνες γι' αυτόν ή οποιονδήποτε από τους υπουργούς του, διαβεβαίωνε με περισσή άνεση, ότι με νηφαλιότητα και σύνεση, μόλις ωριμάσουν οι συνθήκες, θ' ασχοληθεί και σε επιχειρησιακό επίπεδο με το θέμα της αντιμετώπισης της βίας και των έκτακτων και καταστροφικών γεγονότων, που ξέσπασαν μετά τον άδικο χαμό του μικρού Αλέξη το περασμένο Σάββατο.
Είναι βέβαιο, ότι ο Πρωθυπουργός βρίσκεται σε άλλη χώρα, το δυστύχημα όμως για εκείνον είναι πως εξακολουθεί να νομίζει, πως κι όλοι οι πολίτες αυτής της πόλης, αυτής της χώρας, βρίσκονται... σε άλλη χώρα. Πώς αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός, ότι ο κυβερνήτης αυτού του τόπου, ο υπεύθυνος για την τύχη αυτού του λαού, δεν έχει αντιληφθεί το μέγεθος της καταστροφής που έχει προκληθεί στα σπλάχνα της κοινωνίας από το τραγικό γεγονός του Σαββάτου και τα εξίσου τραγικά γεγονότα που εκτυλίχθησαν κι εξακολουθούν να εξελίσσονται δίχως να διαφαίνεται φως στο τούνελ;
Αφού δεν αποδέχτηκε τις παραιτήσεις των συναρμόδιων κυβερνητικών παραγόντων -όχι πως θα γινόταν τίποτα, μα θα ικανοποιούνταν στοιχειωδώς το περί δικαίου κοινό αίσθημα, αφού δεν μπόρεσε να προστατέψει από την καταστροφή και τη λεηλασία τις περιουσίες και τα κτίρια της Αθήνας, αφού δεν κατόρθωσε να εξαρθρώσει επί τόσες μέρες τα κακοποιά στοιχεία που εκμεταλλεύονται τη λαϊκή οργή και αγανάκτηση, αφού δεν είναι σε θέση ν' αποκαταστήσει την ομαλότητα και την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους κρατικούς θεσμούς, αρκείται φιλάρεσκα και κατά τον προσφιλή του επί τόσα χρόνια τρόπο, να μεταθέτει την επίλυση των προβλημάτων στο μέλλον, ωσάν να επρόκειτο για κάτι στιγμιαίο ή απλό ή, εν πάση περιπτώσει, κάτι που αφορά αυτόν και το στενό του περιβάλλον.
Ως πολίτης, αισθάνομαι ότι πλέον αυτή η κυβέρνηση έχει απολέσει τη δημοκρατική της νομιμοποίηση. Δεν είναι δυνατόν να φλέγεται το σύμπαν, άνθρωποι να καταστρέφονται και να βρίσκονται στο έλεος του Θεού, τα παιδιά μου -τα παιδιά μας- να πηγαίνουν στο σχολείο και αντ' αυτού να βρίσκονται στους δρόμους, δεν είναι δυνατόν να τρομοκρατούμαι ως πολίτης στο όνομα μιας ανίκανης αστυνομικής ηγεσίας, δεν είναι δυνατόν να μου κλέβουν κι αυτή την ψευδαίσθηση σαν οικογενειάρχης να αισθανθώ πως έρχονται γιορτές, δεν είναι δυνατόν ένα παιδί να σαπίζει στο χώμα κι όλα να βρίσκονται κατά τον κύριο Πρωθυπουργό υπό έλεγχο.
Έχει κι η υπομονή τα όριά της κύριε Πρωθυπουργέ, έχει κι η επικοινωνιακή τακτική τις δυνατότητές της, τα έχετε εξαντλήσει και τα δύο. Αν κάτι μπορεί να σημαίνει αυτό για εσάς, μέχρι να οδηγηθείτε στην παράδοση της εξουσίας από τη βούληση του λαού, σας παρακαλώ μαζέψτε την αστυνομία απ' τους δρόμους, «πάρτε τα κεφάλια» της ηγεσίας της κι επιτρέψτε στην κοινωνία να επουλώσει -χρονιάρες μέρες που έρχονται- όπως μπορεί τις πληγές που οι ανεύθυνες επιλογές της κυβέρνησής σας έχουν προκαλέσει.
Καλή επάνοδο στην πραγματικότητα, κύριε Πρωθυπουργέ...

ΚΟΥΓΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΥΡΑΦΕΞΑΛΑ

Λαχανιασμένοι τρέχουμε στο κατόπι της επικαιρότητας. Τη μια κλίνουμε ευλαβικά το γόνυ κάπου στη Μεσολογγίου. Μετά βρίζουμε τους μπάτσους κάπου στη Σταδίου. Ύστερα ανάβουμε φωτιές κάπου στην Πατησίων. Τώρα ξεσκίζουμε και βρίζουμε όπου βρούμε τον Κούγια...
Ο Κούγιας όμως ξέρει πολύ καλά τι κάνει.
Ο Κούγιας ξέρει πολύ καλά πώς λειτουργεί το σύστημα που ονομάζεται «απονομή της δικαιοσύνης».
Ο Κούγιας είναι επαγγελματίας και σαν καλός επαγγελματίας ξέρει από πρώτο χέρι τα τερτίπια που κρίνουν την τύχη του κάθε πελάτη του.
Ο Κούγιας γνωρίζει άριστα, πως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα κι όλα κρίνονται από το αποτέλεσμα.
Οι συναισθηματικές εξάρσεις κι οι εκρήξεις του θυμικού μπορεί να αφορούν όλους εμάς που ασθμαίνοντες παρακολουθούμε, διαβάζουμε, εκπλησσόμαστε, θυμώνουμε, εκφραζόμαστε, εκτονωνόμαστε, ξεχνάμε. Ο Κούγιας έχει δουλειά να κάνει και το συναίσθημά μας δεν τον αφορά. Ο πελάτης του πρέπει «να πέσει στα μαλακά»... Ο πρώτος θα είναι;
Για ν' ανοίξουμε λίγο τα μάτια και να δούμε πιο πέρα από την οθόνη της τηλεόρασης. Λειτουργεί αποτελεσματικά η δικαιοσύνη σήμερα; Μάλλον όχι. Το γεγονός και μόνο ότι οι εκάστοτε κυβερνήσεις της «έχουν εμπιστοσύνη», δημιουργεί από μόνο του υποψίες...
Χιλιάδες πολίτες αναστενάζουν καθημερινά στην Ευελπίδων και στις αίθουσες των δικαστηρίων της χώρας. Χιλιάδες φάκελοι. Χιλιάδες μέρες. Χιλιάδες... Ένας ολόκληρος κόσμος απασχολείται νυχθημερόν στον τομέα αυτόν, από δικαστικούς και δικηγόρους, μέχρι μικροπωλητές και λαχειοπώλες. Βιομηχανία ολόκληρη και κερδοφόρα έχει δημιουργηθεί από την αγωνία της κοινωνίας μας να «βρει το δίκιο» της, παραδέρνοντας σε νόμους κι αποφάσεις, σε δικονομίες και κώδικες... Ε, και; Για κάποιους όλα αυτά είναι απλώς κουραφέξαλα!...
Κουραφέξαλα τι λες, λοιπόν, εσύ. Κουραφέξαλα τι λέω εγώ.
Στον τόπο που οι νόμοι κι οι αποφάσεις κατάντησαν να ποδοπατιούνται σαν κουραφέξαλα, ποιος θα εμποδίσει τον κάθε Κούγια να γράφει κουραφέξαλα, ποδοπατώντας τη μνήμη οποιουδήποτε κι αδιαφορώντας αν προκαλεί ή χλευάζει την κοινωνία; Μήπως και αύριο δεν θα είναι πάλι ένας απ' αυτούς, που κουνώντας επιδειχτικά το δάχτυλο, θα διαπαιδαγωγούν την κοινωνία μέσα από τα παράθυρα της τηλεόρασης;

ΤΙ ΜΕ ΝΟΙΑΖΕΙ;

Πόσα μαγαζιά θα καούν. Πόσοι δρόμοι θα κλείσουν. Πόσοι θα πετούν μολότοφ. Πόσοι θα ρίχνουν χημικά. Πόσοι θα φρικάρουν μπροστά στις τηλεοράσεις. Πόσοι θα μπιζάρουν μπροστά στις κάμερες. Πόσοι θα βρίσουν τους μπάτσους. Πόσοι θα βλαστημήσουν τα κωλόπαιδα. Πόσοι θα τιμωρηθούν. Πόσοι θα μετανιώσουν. Πόσοι θα κλάψουν. Πόσοι θα πονέσουν. Πόσοι θα πουν. Πόσοι θα γράψουν. Πόσοι θα δουν. Πόσοι θ' ακούσουν.
Τώρα, ό,τι κι αν με νοιάζει, όσο κι αν με νοιάζει είναι «μετά» και μετά από κάθε «μετά», όσο κι αν με νοιάζει, ό,τι κι αν με νοιάζει, είναι αμετάκλητα «μετά»...

ΤΕΣΤ ΔΕΞΙΟΤΗΤΩΝ ΑΣΕΠ... FATUS OLUS

Εκατό χιλιάδες νέοι άνθρωποι συμμετείχαν στο χτεσινό «Τεστ δεξιοτήτων» του ΑΣΕΠ, ενώ άλλες εβδομήντα πέντε χιλιάδες προτίμησαν να απολαύσουν την Κυριακή τους και να απόσχουν από τη «δοκιμασία».
Φοβερή έμπνευση αυτό το τεστ, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα ακόμα παρακλάδι ταλαιπωρίας των υποψήφιων για διορισμό στις δημόσιες υπηρεσίες πολιτών. Επινόηση κι αυτό της «Ανεξάρτητης Αρχής», που έχει την ευθύνη για τους διορισμούς στο δημόσιο κι η οποία -όπως έχει μετεξελιχθεί από το 1994 που ιδρύθηκε- αποτελεί το τυπικότερο ίσως παράδειγμα γραφειοκρατικής αναπαραγωγής της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Δεν υπάρχει πιστεύουμε άλλος δημόσιος φορέας που να ακολουθεί τόσο χρονοβόρες, επίπονες, δαιδαλώδεις και πολυδάπανες διαδικασίες στο όνομα της διαφάνειας και της αξιοκρατίας.
Δεν χρειάζεται να πας μακριά για να το διαπιστώσεις, αρκεί να προσπαθήσεις να διαβάσεις μια προκήρυξη του ΑΣΕΠ. Η εφευρετικότητα σε ορολογίες, τερτίπια και νομικισμούς σε όλο τους το μεγαλείο. Άσε που με το που παίρνεις το ΦΕΚ της προκήρυξης -ναι, ναι στο Ελλάντα οι προκηρύξεις πρέπει να έχουν το κύρος της επίσημης εφημερίδας του κράτους- στα χέρια σου σε πιάνει τέτοιο ταράκουλο από τον όγκο των σελίδων του, που με μιας σου κόβεται η όποια διάθεση για διορισμό!
Πίσω από το βολικό και εύληπτο «Κάτω τα χέρια από το ΑΣΕΠ», που ανεμίζουν οι πολιτικοί ταγοί μας αυτά τα δεκαπέντε χρόνια της λειτουργίας του, έχουν βρει ασφαλές καταφύγιο αντιπαραγωγικές, συντηρητικές και πολυέξοδες πρακτικές που ταλανίζουν δεκαετίες επί δεκαετιών τη νεοελληνική δημόσια διοίκηση. Ποιος άραγε ασχολείται σοβαρά με την αξιολόγηση αυτής της Αρχής; Ποιος νοιάζεται για το πόσο κοστίζει στον Έλληνα φορολογούμενο ο κάθε διαγωνισμός, γιατί αν πούμε για τη λειτουργία της ίδιας της Αρχής -με τις ελάσσονες και τις μείζονες ολομέλειες και τους εικοσιτέσσερις συνταξιούχους δημοσίους υπαλλήλους και αρεοπαγίτες συμβούλους- θα κατηγορηθούμε για λαϊκισμό. Ποιος διαπιστώνει αν η συμβολή της έκανε καλύτερο το ελληνικό δημόσιο; Οι καθηγητές π.χ. που διορίζονται τώρα είναι καλύτεροι από αυτούς που διορίζονταν με την επετηρίδα;
Βαφτίσανε μια υπηρεσία «Ανεξάρτητη» κι από κει και πέρα νίπτουν τας χείρας τους. Ησύχασε το κεφάλι των πολιτικών μας από το «επάρατο» ρουσφέτι του διορισμού και φόρτωσαν τις σπαζοκεφαλιές του ΑΣΕΠ σ' όλη την κοινωνία και φυσικά πολύ περισσότερο σ' όσους άμοιρους αναζητούν στις μέρες μας μια θέση στο δημόσιο.
Αλήθεια για δες τε ποιες «δεξιότητες» πρέπει να έχουν οι υποψήφιοι δημόσιοι υπάλληλοι του... 2010 -αντιγραφή από το χτεσινό τεστ:
«Τα πολιτικά κόμματα που εκπροσωπούνται σήμερα στη Βουλή των Ελλήνων είναι:
α) τρία.
β) τέσσερα.
γ) πέντε.
δ) έξι.
Από ποιες χώρες θα διέρχεται ο αγωγός Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης και τι θα μεταφέρει;
α) Βουλγαρία - Ελλάδα: αργό πετρέλαιο.
β) Ρωσία - Βουλγαρία: φυσικό αέριο.
γ) Ρωσία - Ελλάδα: αργό πετρέλαιο.
δ) Ρωσία - Τουρκία - Ελλάδα: φυσικό αέριο.
Την τελευταία εβδομάδα το δολάριο Ηνωμένων Πολιτειών αντιστοιχούσε σε περίπου:
α) 0,6 ευρώ.
β) 0,8 ευρώ.
γ) 1,1 ευρώ.
δ) 1,3 ευρώ.
Στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών μπορεί κάποιος:
α) να αγοράσει συνάλλαγμα.
β) να αγοράσει μετοχές.
γ) να καταθέσει χρηματικά ποσά.
δ) να κάνει όλα τα παραπάνω.
Ποια είναι η μεγαλύτερη από τις παρακάτω ταχύτητες;
α) 200 χιλιόμετρα την ημέρα.
β) 20 χιλιόμετρα την ώρα.
γ) 200 μέτρα το λεπτό.
δ) 200 εκατοστόμετρα το δευτερόλεπτο.
Στις εξετάσεις συμμετέχουν όλοι ..................... ηλικίας.
α) ανεξαρτήτου
β) ανεξάρτητοι
γ) ανεξαρτήτως
δ) ανεξάρτητης
Για να εκδηλωθεί πυρκαγιά απαιτείται η συνδρομή τριών παραγόντων:
α) θερμότητα, φως, καύσιμη ύλη.
β) καύσιμη ύλη, έλλειψη οξυγόνου, θερμότητα.
γ) οξυγόνο, θερμότητα, καύσιμη ύλη.
δ) φως, θερμότητα, νερό.
Στο Σίδνεϋ της Αυστραλίας:
α) ο Ιούλιος είναι θερινός μήνας.
β) ο Ιούλιος είναι χειμερινός μήνας.
γ) ο Ιανουάριος είναι χειμερινός μήνας.
δ) όλοι οι μήνες είναι θερινοί.
Ποιος ήταν ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου, γνωστός στη λαϊκή παράδοση ως ο
«Μαρμαρωμένος Βασιλιάς»;
α) Ο Κωνσταντίνος ΙΑ' ο Παλαιολόγος.
β) Ο Αλέξιος Α'.
γ) Ο Βασίλειος Β' ο ≪Βουλγαροκτόνος≫.
δ) Ο Ιουστινιανός.
Ένα περίπτερο βρίσκεται 4 χιλιόμετρα (km) δυτικά από το σπίτι της Ελένης. Η Άννα μένει 6 km βόρεια από το σπίτι της Ελένης και 4 km δυτικά του ιατρείου του Λευτέρη. Ποια είναι η απόσταση σε ευθεία γραμμή από το περίπτερο στο ιατρείο του Λευτέρη;
α) 12 km.
β) 10 km.
γ) 8 km.
δ) 5 km.
Σήμερα είναι τα 14α γενέθλια της Λένας και τα 44α γενέθλια της μητέρας της. Σε πόσα χρόνια από σήμερα η μητέρα της Λένας θα έχει τη διπλάσια ηλικία από την ηλικία που θα έχει τότε η Λένα;
α) Σε 12.
β) Σε 14.
γ) Σε 16.
δ) Σε 18».
Διαβάζω και αναλογίζομαι το τεράστιο κοινωνικό έργο που προσφέρει πλέον ο συμπαθέστατος Γιώργος Μητσικώστας στους υποψήφιους για διορισμό στο δημόσιο με το καθημερινό δωρεάν φροντιστήριο στο FATUS OLUS. Σίγουρα, οι ποικιλώνυμοι φροντιστές, δικηγόροι και παρατρεχάμενοι, που παρασιτούν κερδοσκοπώντας εκμεταλλευόμενοι την ανθρώπινη ανάγκη για μια θέση εργασίας, από τις εμβριθείς, επιστημονικοφανείς και -ασφαλώς- πλήρους εγκυρότητας κι αποτελεσματικότητας αποφάσεις των οργάνων του ΑΣΕΠ, βρήκαν το δάσκαλό τους...

Η ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΜΑΣ

Τα κακοφορμισμένα graffiti και τα λογής - λογής συνθήματα και μουτζούρες κάτω απ' τ' άψυχα μπαλκόνια κρύβουν με την ασχήμια τους τη βρωμιά των τοίχων, που η κατάρα της αντιπαροχής τα ‘στησε δίπλα - δίπλα ν' ασφυκτιούν για μια σπιθαμή φως ήλιου. Οι απλωμένες στο έλεος του καυσαέριου μπουγάδες μοιάζουν με θλιβερές παντιέρες μιας επανάστασης που δεν έγινε ποτέ, αδιάψευστοι μάρτυρες μιας ζωής που ξενιτεύτηκε να συναντήσει το αύριο στις γειτονιές ενός κόσμου που έχει χάσει το παρόν του. Οι ανακαινισμένοι σταθμοί μια παραφωνία σ' αυτές τις γειτονιές που περισσεύει πια η ασχήμια κι η εγκατάλειψη. Πλατεία Αττικής, Σεπόλια, Θυμαράκια, Αριστοτέλους, Άγιος Παντελεήμονας, Κάτω Πατήσια.
Σ' αυτές τις γειτονιές που άφησαν τη σκόνη τους οι ρόδες του παιδικού μου ποδήλατου και ξεσηκώνονταν -κάπου εκεί γύρω στα τέλη της δεκαετίας του '60- απ' τις φωνές μας όταν παίζαμε ποδόσφαιρο στα τελευταία άχτιστα οικόπεδα ή ακόμα και στη μέση κάποιων δρόμων. Τότε «επί Δημαρχίας Ρίτσου», που έγιναν άσφαλτος οι τελευταίοι χωματόδρομοι και ήταν γεγονός τα εγκαίνια ενός σιντριβανιού στην πλατεία. Τότε που η «ΕΒΓΑ» ήταν πραγματικά «της γειτονιάς», ο φούρνος έβγαζε ακόμα ημίλευκο ψωμί, το ψιλικατζίδικο είχε ακόμα καραμέλες «φιλάκια», ο μπακάλης είχε ακόμα χύμα λάδι και ζάχαρη και τα βερεσέδια του τα ‘γραφε σε τεφτέρι κι όχι στον ΤΕΙΡΕΣΙΑ.
Από κάπου αλλού ήρθαμε τότε κι εμείς -ποιος δεν έχει ακούσει για τις «εκτός σχεδίου» περιοχές; - αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Μαζί με μας και χιλιάδες, εκατομμύρια άλλοι. Άλλος για δουλειά, άλλος για σπουδές, άλλος για να'ναι κοντά στα παιδιά του, άλλος για να μη μείνει μόνος πίσω. Ο καθένας είχε τους λόγους του κι όλοι τακτοποιήθηκαν ανάλογα με το βαλάντιο και τις δυνατότητές τους. Η -λίγο πιο πέρα απ' την Ομόνοια και το Σύνταγμα- Αθήνα πήρε αμετάκλητα το δρόμο της. Άνοιξαν μαγαζιά, γραφεία, καφενεία, φροντιστήρια ξένων γλωσσών, κινηματογράφοι, οίκοι ανοχής. Ιδρύθηκαν σχολεία, εκκλησίες, σύλλογοι. Οι γειτονιές κρατούσαν ακόμα κάτι από το άρωμα των περασμένων χρόνων. Οι ένοικοι των πολυκατοικιών γνωρίζονταν μεταξύ τους, γνώριζαν και τους γείτονες απέναντι και δίπλα, καλημέριζαν και τον μανάβη, τον μπακάλη, τον φούρναρη. Πήγαιναν σε γιορτές, σε μνημόσυνα. Ήξεραν τα στραβοπατήματα και τα τσιλιμπουρδίσματα του ενός και του άλλου. Έβγαιναν στις πλατείες.
Από τότε κύλησε πολύ νερό στ' αυλάκι. Ήρθαν τα πολιτικά κόμματα στη διακυβέρνηση του τόπου, ήρθε η ΕΟΚ -και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο, ήρθαν οι ταμπλόιντ εφημερίδες, ήρθε η «Αλλαγή», ήρθε το Πανευρωπαϊκό στο μπάσκετ, ήρθε ο Ντέταρι, ήρθε η κυβέρνηση Τζανετάκη, ήρθε η ιδιωτική τηλεόραση, ήρθαν οι Αλβανοί, ήρθαν τα ΙΕΚ, ήρθε το ευρώ, ήρθε η Ολυμπιάδα, ήρθε... ήρθε... Μα, πιο πολύ ήρθε χρήμα στην αγορά, χρήμα που με τον καιρό έγινε κι αυτό από χάρτινο πλαστικό κι από πλαστικό άυλο.
Οι παλιές γειτονιές πάλιωσαν για τα καλά. Θάφτηκαν κάτω από κάδους σκουπιδιών, εξαφανίστηκαν πίσω από τα διπλοπαρκαρισμένα αυτοκίνητα, εγκαταλείφτηκαν ατάκτως -και μαζί κι αυτοί που ακόμα ζουν εκεί- στη σκληρή και αδυσώπητη μοίρα τους: «Δημότες Αθηναίων». Έτσι, οι παλιοί γείτονες απόχτησαν με κάποιο δάνειο ή με τις οικονομίες τους κάποιο σπίτι στα βόρεια ή στα νότια -για τα δυτικά δεν το συζητάμε. Οι συμμαθητές διαλύθηκαν ησύχως στα προαύλια των ιδιωτικών σχολείων. Οι παρέες χάθηκαν και τα στέκια άλλαξαν θαμώνες, συνήθειες, «προσωπικό». Οι γκαρσονιέρες της Κυψέλης, της Βάθη, της Αχαρνών και των γύρω περιοχών έγιναν χρόνο με το χρόνο αποθήκες ψυχών κάθε χρώματος, θρησκεύματος και εθνικότητας. Οι πλατείες γέμισαν με φωνές άγνωστες, με γλώσσες ακατανόητες, με πραμάτειες λογής - λογής από διακοσμητικά μέχρι παπούτσια, τσάντες και ρούχα. Τα μαγαζιά άλλαξαν χέρια. Οι Κινέζοι έδειξαν το δρόμο που οι Αλβανοί είχαν ανοίξει...
Οι νέες γειτονιές δεν είναι λιγότερο ανθρώπινες επειδή είναι πολύχρωμες, θορυβώδεις, πολυπολιτισμικές. Οι νέοι γείτονες δεν κάνουν λιγότερα όνειρα επειδή ζουν καταπιεσμένα. Δεν ερωτεύονται λιγότερο επειδή δουλεύουν από το πρωί ως το βράδυ. Δεν αγωνιούν πιο λίγο να μεγαλώσουν και να μορφώσουν τα παιδιά τους. Δεν έχουν μικρότερη ανάγκη να νοιώσουν ασφαλείς. Δεν έχουν διαφορετικά δικαιώματα από τους ιθαγενείς -βλέπε έχω ιθαγένεια ελληνική- αυτού του τόπου. Έχουν ασφαλώς άλλους κώδικες επικοινωνίας. Έχουν σίγουρα άλλες συμπεριφορές, ιδέες, αντιλήψεις. Έχουν στους ώμους το βάρος μιας κακής τύχης, μιας άδικης σύμπτωσης, μιας σκληρής μοίρας.
Ναι, το ξέρω. Μιλώ με τη σιγουριά ενός βολεμένου. Κάποιου που βλέπει περαστικός τα απλωμένα στα στενάχωρα μπαλκόνια της παιδικής του γειτονιάς. Κάποιου που προσπερνά τα παιδάκια των μεταναστών που παίζουν μπάλα στον πεζόδρομο πριν χωθεί βιαστικά στην πολυκατοικία που μένουν οι γονείς του. Κάποιου που ξινίζει μερικές φορές τα μούτρα από τις παράξενες μυρωδιές που έρχονται απ' το υπόγειο. Κάποιου που νομίζει πως ο κόσμος μπορεί ν' αλλάξει μόνο από τις κραυγές στα παράθυρα της τηλεόρασης. Κάποιου που νομίζει πως θα κάνει τον κόσμο καλύτερο αν πάρει το νόμο στα χέρια του. Κάποιου που θυμάται να διεκδικήσει απ' το «κράτος» και την «πολιτεία» μόνο όταν του παίρνει το σπίτι το ρέμα ή όταν καλείται να πληρώσει τους φόρους του. Κάποιου που δεν θυμάται πως περίμενε τα Χριστούγεννα το δωράκι του θείου Γιώργου απ' το ‘Αιμπεκ της Γερμανίας. Κάποιου που έχει ξεχάσει τα γεμάτα νοσταλγία γράμματα της ξαδέρφης του της Στελλίτσας -χρόνια σου πολλά καλή μου- από την ξενιτιά. Κάποιου που έμαθε να βλέπει τη ζωή μέσα από τα γυαλιά της υπεροψίας, της ιδιοτέλειας και του συμφέροντός του. Κάποιου που η αμάθεια τον κάνει να φέρνει τους «ξένους» στα μέτρα του για να μπορεί και να τους βάλει απέναντί του. Κάποιου που συμμετέχει στην παγκόσμια γειτονιά με το θράσος από την άγνοια της ευθύνης του, των υποχρεώσεών του, του χρέους του.
Η παλιά μας γειτονιά έχει αλλάξει. Κάποιοι έχουν ευθύνη και μπορούν να την κάνουν καλύτερη, μα πρώτος απ' όλους εγώ.

ΤΑ ΠΟΔΙΑ

Τα πόδια ζευγάρωσαν με χάρη. Η καρό φούστα ανέβηκε όσο έπρεπε για ν' αρχίσει η φαντασία το παιχνίδι της με την αδρεναλίνη. Το λεπτό μολυβί καλσόν έντυνε με το χρώμα της τελειότητας της χυτές γάμπες. Μαύρες κομψές γόβες συμπλήρωναν την εικόνα. Ταξιδεύουν.
Ούτε το κρύο νερό της βρύσης, ούτε η πρωινή ψύχρα κατάφεραν να με ξυπνήσουν σήμερα. Το ξαφνικό χειμώνιασμα, μου δημιουργούσε την ανάγκη να μείνω κάτω απ' τα σκεπάσματα, μέσα στο ζεστό μου κρεβάτι. Οι Δευτέρες άλλωστε δεν είναι και το φόρτε μου για να με σηκώσουν για το γραφείο.
Κοιμισμένος ήπια τον πρώτο καφέ, αδέξια φόρεσα το σακάκι, με δυσφορία έσκυψα να μαζέψω τα κλειδιά που μου έπεσαν απ' το χέρι, βαριεστημένα κατέβηκα στο δρόμο, από συνήθεια είπα «καλημέρα» στον Παντελή τον περιπτερά, μηχανικά ακολούθησα τα βήματα προς τον σταθμό του μετρό.
Η αποβάθρα γεμάτη σιωπηλά μάτια κι ανέκφραστα στόματα. Γκρι και μαύρα πανωφόρια κάνουν πιο έντονο το γκρίζο χρώμα που ξετυλίγεται γύρω. Κάποιες εφημερίδες κρύβουν καλά όσους κάθονται. Δυο μιλάνε ψιθυριστά σαν να βρίσκονται έξω από χειρουργείο. «ΑΙΓΑΛΕΩ 2:00''» σχηματίζουν κάποια στιγμή στο ταμπλό τα κόκκινα λαμπιόνια. Να, με προσπερνά κι ο ψηλόσωμος τακτικός συνεπιβάτης με την τσάντα στο χέρι. Γνωστοί - άγνωστοι.
Οι πόρτες προσελκύουν μικρές ομάδες των έξι - εφτά. Έρχεται από το Αεροδρόμιο κι έχει κόσμο. Πλάτες και χέρια σε μια μικρή αναμέτρηση να δημιουργηθούν χώροι ανάμεσα σε αδιάφορα για τους απ' έξω σώματα. Ο σχεδόν άδειος χώρος λίγο πιο πέρα απ' τις πόρτες γεμίζει. Επιτέλους μια χειρολαβή. «Επόμενος σταθμός Εθνική Άμυνα».
Τα φώτα του τούνελ αρχίζουν να φεύγουν πίσω απ' την πλάτη της κυρίας δίπλα μου. Μυρωδιά ναφθαλίνης. Αρκετά δερμάτινα έκαναν την εμφάνισή τους. Άνθρωποι με καλώδια στ' αυτιά. Κορμιά που ταλαντεύονται στο ρυθμικά μονότονο ήχο των τροχών. Μεταφερόμενες σκέψεις, συναισθήματα, ιώσεις, αποσκευές. Είναι σίγουρα ξένη αυτή η λεπτή κοκκινόξανθη με τις φακίδες. Πού να κοιτάξω; Τα ακίνητα χείλη απωθούν τη ματιά. Τα απλανή βλέμματα κάνουν ατέλειωτη τη διαδρομή.
Κοιτώ προς τα κάτω κι εκεί ανάμεσα σ' εικόνες, σκέψεις και πρωινή βαριεστιμάρα μια κίνηση, δυο πόδια. Μια κίνηση ξυπνά το κοιμισμένο μου μυαλό. Η διαδρομή συντομεύει. Οι σταθμοί περνούν γρήγορα. Ο κόσμος που κατεβαίνει με παρασέρνει βιαστικά στην έξοδο του Συντάγματος. Εκείνα συνεχίζουν το ταξίδι τους. Ανεβαίνω στις κυλιόμενες χωρίς να βλέπω. Το βλέμμα μου έχει μείνει να ταξιδεύει μαζί τους...

ΜΠΛΑΚ ΑΟΥΤ

Ανακατεμένες εικόνες και σκέψεις στο μυαλό μου. «Δέκα Παλικάρια» άκουσα στο ράδιο πρωί-πρωί. Ο δρόμος γεμάτος αστυνομικά καμιόνια και τα πεζοδρόμια κατακλυσμένα από πηγαδάκια ένστολων. Μια πυροσβεστική λίγο πιο πέρα, στη γωνία. «Κλείσε το σταθμό του Πολυτεχνείου. Θα μας ακούσουνε». Μια προσταγή του πατέρα μου που με καταδιώκει τριανταπέντε χρόνια. Ο Γιώργος μου είπε χτες, πως στη γιορτή του σχολείου η δασκάλα της μουσικής πρότεινε ν' ακουστεί και μουσική του Σπανουδάκη, θα έβαζε κι ένα τραγούδι από την «Πολίτικη Κουζίνα». Μίλησα στην εκδήλωση σήμερα. Χρόνια είχα να δω τόσα μάτια σιωπηλά και φορτισμένα. Τραβήξαμε μετά για τα σπίτια μας. Η βροχή που ερχόταν ήταν μια καλή δικαιολογία για να επιταχύνω το βήμα. Οι ασπίδες ακουμπισμένες παραπέρα σε σχήμα πυραμίδας. Είδα τον Σταύρο με τον Γιάννη να τρυπώνουν βιαστικά στο σουβλατζίδικο της στοάς. Τα μεγάφωνα του Πολυτεχνείου ίσα που ακούγονταν στην Καποδοστρίου. Μια μητέρα με το κοριτσάκι της έρχονταν κρατώντας ένα μάτσο γαρίφαλα σε αλουμινόχαρτο. «Αν περάσω στο Πολυτεχνείο θα μου πάρεις αυτοκίνητο;». Μια επιθυμία του γιού μου που με καταδιώκει από το καλοκαίρι. «Δυο ξένοι» με οδήγησαν -αηδιασμένο από το βαρύ φρικασέ- για ύπνο. Δεν έχω ξυπνήσει ακόμα. Πού να ψάχνω κεριά μέσα στο σκοτάδι. Αυτό το «μπλακ άουτ» κρατάει άλλωστε τόσα χρόνια, μόνο που -από τότε που το θυμάμαι- το λένε «Μεταπολίτευση».

ΜΠΑΞΕΔΕΣ

Δεν ξέρω τι φύτρωνε στους μπαξέδες του Μάνου Ελευθερίου εκείνες τις τρεις του Σεπτέμβρη, ξέρω όμως ότι σήμερα -στους εικονικούς πλέον μπαξέδες- παρατηρείται επάρκεια αγαθών. Όλα τα άνθη, τα φυτά και τα ζαρζαβατικά βρίσκουν πρόσφορο έδαφος να ευδοκιμήσουν και φτάνουν και περισσεύουν για να πλημμυρίσουν το καλάθι, όχι μόνο της νοικοκυράς, αλλά και τα καλάθια με τα αυγά που έχουμε χάσει από καιρό.
Τα φρούτα, τα λαχανικά και τα μυρωδικά τύπου μαϊντανού, δεν έχουν εποχές στην εποχή μας και βρίσκονται στους πάγκους των λαϊκών -και των καναλιών εξυπακούεται- άφθονα και λαχταριστά από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή. Αυτοί που δεν βρίσκονται πια στις λαϊκές είναι οι αγοραστές ή μάλλον δεν βρίσκονται μέχρι αργά το μεσημέρι, οπότε σκάνε δισταχτικά μύτη, αναζητώντας κανένα βλίτο σε τιμή ευκαιρίας ή κανένα γαυράκι κοψοχρονιά.
Εκ πλατείας Συντάγματος, λοιπόν, ορμώμενος ο Αλογοσκούφης και στη θέα αυτής της αφθονίας και της καταναλωτικής κραιπάλης των νεοελλήνων, αποφάσισε να βάλει φόρο σε ό,τι στέκεται, κινείται, πετάει ή κολυμπάει, αφού όσα απλώς περπατάνε τα έχει ήδη ξεπατώσει. Έτσι ευελπιστεί, ότι σεμνά και ταπεινά θα κλείσει όλες τις τρύπες από τα φέσια της ΠΑΣΟΚοκρατίας -με τα φέσια από την εποχή της τουρκοκρατίας νομίζει ότι θα καθαρίσει η Ντόρα μετά τις επόμενες εκλογές...
Σε αφθονία βρίσκονται και τα ψηφοδέλτια για την αναθεώρηση του Συντάγματος στο απέναντι κτίριο της ιστορικής πλατείας, όπου κάποιοι -είναι φανερό- πως ούτε τ' όνομά τους δεν έμαθαν να γράφουν, ξέρουν όμως άριστα να δουλεύουν με τις λέξεις και να παίζουν με τις δημοσκοπήσεις. Α, βέβαια! Αυτές όσο περνάει ο καιρός να δείτε πώς θα αυξάνονται και θα πληθύνονται!...
Με δεδομένο τον άρτον -κατά την κυβέρνηση- και τα θεάματα -κατά την αντιπολίτευση- είναι βέβαιο ότι ο φετινός χειμώνας δεν θα μας αφήσει να πλήξουμε!... Μαζέψτε γρήγορα-γρήγορα πετσέτες θαλάσσης, αντηλιακά, σαγιονάρες και φεγγαρόφωτα, το καλοκαίρι έφυγε και ξεσκονίστε καναπέδες, καρέκλες, πολυθρόνες και ντιβάνια -κατά... Λιακόπουλο- η εποχή που θα πίνουμε αραχτοί την τσικουδιά μας με μεζέ... παντεσπάνι μόλις άρχισε!

Η ΓΛΥΚΙΑ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΩΝ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

'Eχω φορτώσει τις βαλίτσες, το σακ βουαγιάζ, τα σκέιτ των παιδιών, το νεσεσέρ, τις σακούλες και τα σακουλάκια με τα διάφορα ψιλολόγια. Η σκάρα και το πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου στενάζουν κι η γυναίκα μου με τα παιδιά αναστενάζουν από ώρα στις θέσεις τους ανυπομονώντας να ξεκινήσουμε. Τραβώντας όμως την εξώπορτα του σπιτιού κοντοστέκομαι. Στο λιγοστό φως που τρυπώνει μέσα απ' τη χαραμάδα, ο χώρος μοιάζει τόσο αλλιώτικος, ακινητοποιημένος και μελαγχολικός απ' άκρη σ' άκρη, σαν όλα τα έπιπλα και τ' αντικείμενα να ‘χουν στραφεί προς το μέρος μου και να με παρακολουθούσαν παραπονεμένα.
Ο τεράστιος καναπές του σαλονιού μια κοιτά εμένα και μια την αναπαυτική πολυθρόνα, που στην αγκαλιά της συνηθίζω να κουρνιάζω διαβάζοντας την εφημερίδα μου. «Δες τον... Φεύγει!» σαν να της έλεγε με νόημα περιμένοντας την αντίδρασή της. Στο βάθος το καθιστικό έχει αφήσει τη συνήθη θορυβώδη ακαταστασία του και μαζί με το τζάκι -που χάσκει τάχα έκπληκτο απ' τη σκηνή που εξελίσσεται- με καλούν να βάλω για μια ακόμα φορά το αγαπημένο μου cd και να διαλύσω με τη δυνατή μουσική αυτό το καταθλιπτικό πέπλο της σιωπής. Η τραπεζαρία πιο σοβαρή -δεν έχουμε και πολλά-πολλά πέρα απ' τις γιορτές- διακριτικά αδιάφορη στη γωνιά της σαν να σφίγγεται σ' έναν κύκλο με τις καρέκλες γύρω της περιμένοντας με αγωνία την τελική απόφασή μου. Η τηλεόραση πανέτοιμη -όπως κάθε στιγμή άλλωστε- να μου φτύσει με θυμό στα μούτρα μια είδηση της τελευταίας ώρας για το νέο φαινόμενο διαφθοράς, ενώ ο μαύρος όγκος του δεν άφηνε περιθώρια στο πιάνο ν' ανατρέψει τα δεδομένα μ' ένα επιδέξιο χτύπημα των πλήκτρων κι έτσι μένει ασάλευτο κι επιβλητικό περιμένοντας με στωικότητα να γίνει ένα με το σκοτάδι. Στον απέναντι τοίχο, πάνω από τη φορτωμένη με φωτογραφίες εταζέρα, ένα από τα κορίτσια του Ρήνα μέσα στο κάντρο κρύβει με τις παλάμες το πρόσωπό του λες και θέλει ν' αποφύγει να γίνει κι αυτό αυτόπτης μάρτυρας της στιγμής. Μόνο, πέρα στο βάθος, το ψυγείο και το ρολόι -που ξεχωρίζουν στο λιγοστό φως που μπαίνει απ' τις γρίλιες του παραθύρου- έδειχναν μια ζωηράδα σαν να συνέχιζαν την καθημερινότητά τους χωρίς να συμμερίζονται τη μοναξιά που νοιώθουν παραδίπλα τους το τραπέζι κι οι καρέκλες της κουζίνας. Η μυρωδιά του σπιτιού κρατά με σαγήνη κι επιμονή την όσφρηση μου κι η πόρτα τρίζει ελαφρά -παράξενο για ασφαλείας- προκαλώντας μου μια ελαφρά ανατριχίλα...
Κλικ...
Με το που γύρισα το κλειδί, ένοιωσα πως η τελευταία μου σκέψη είχε κλειστεί μέσα, εκεί που οι μέρες διαδέχονται τις νύχτες μου, εκεί που οι φωνές κι οι δραστηριότητες μπερδεύονται με την ησυχία και τη γαλήνη, εκεί που φωλιάζουν οι σκέψεις, καταλαγιάζει ο θυμός, ειρηνεύει η ψυχή, εκεί που κατοικεί το ενδιαφέρον, η φροντίδα, η αγάπη...
Διακοπές και φέτος!... Η αδημονία να έρθουν, οι συζητήσεις για το πού θα πάμε, οι προετοιμασίες, τα εισιτήρια, το πού θα μείνουμε, όλα αυτά που μας βγάζουν απ' τα καθημερινά και δημιουργούν, έτσι όπως ζεσταίνει κι ο καιρός, μια ατμόσφαιρα χαλάρωσης κι αναμονής...
Με το που θα φτάσουν, σαν μια ιδέα, θα κάνουν ένα καταγάλανο μακροβούτι, θα πιουν μονορούφι το φεγγάρι όπως βουτά γυμνό στη θάλασσα, θα κλέψουν στα κρυφά μια καστανοπράσινη ματιά, θα μετρήσουν αμέτρητα αστέρια να πέφτουν, θ' αφήσουν τον ιδρώτα του ερωτά τους πάνω σε λευκά σεντόνια, θα παίξουν σαν παιδιά πάνω στην καυτή άμμο, θα χαζέψουν ξένοιαστα σ' ασβεστωμένα σοκάκια, θα χορέψουν, θα τραγουδήσουν, θα μεθύσουν και μ' ένα βιαστικό φιλί στον καταπέλτη, θα μας αποχαιρετήσουν αφήνοντας τα ίχνη τους σε κάποιο φιλμ ή στην κάρτα μνήμης κάποιας ψηφιακής μηχανής...
Κλικ...
Νοιώθω μια θλίψη μόλις φτάνει η μέρα να φύγω για διακοπές. Όλη η λαχτάρα κι η προσμονή της μεγάλης φυγής λες κι εξατμίζονται με το κλείδωμα της εξώπορτας. Νομίζω, πως τώρα που αρχίζουν, είναι σαν να έχουν περάσει κι όλας. Αισθάνομαι, πως η αναμονή κι ό,τι συναισθήματα αυτή προκαλεί, είναι πιο δυνατά από τη γεύση που αφήνουν τελικά οι ίδιες οι καλοκαιρινές διακοπές... Συμβαίνει, άραγε, γιατί έγιναν πια κι αυτές προβλέψιμες και μέρος του σύγχρονου καταναλωτικού τρόπου ζωής ή μήπως γιατί ξέρω, πως όσο κι αν είναι ευχάριστες ή παραταθούν, δεν φτάνουν για ν' ανατρέψουν τη συνήθεια μιας καθημερινότητας που -κρυμμένη στη σιωπή και στα σκοτεινά όλες αυτές τις μέρες- εξακολουθεί να με περιμένει να γυρίσω...