Τετάρτη, 29 Απριλίου 2009

ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Η τζιτζιφιά ήταν το σήμα κατατεθέν. Ψηλή, λεπτή, δίπλα από τη μικρή μεταλλική πόρτα της αυλής, πίσω από τη χαμηλή μάντρα. Τέτοια εποχή τα παρτέρια κατά μήκος του στενού διαδρόμου και ολόγυρα της αυλής ήταν πλημμυρισμένα με χρώματα και ευωδιές. Τα συναγωνίζονταν οι γλάστρες με τις μικροσκοπικές πιπεριές, τα γεράνια, το πλατύφυλλο και τ’ άλλα λουλούδια δεξιά κι αριστερά απ’ τα σκαλοπάτια. Τα χελιδόνια, πηγαινοέρχονταν ακούραστα τιτιβίζοντας βιαστικά, αναζητώντας μετά από κάθε βόλτα τους τα ανυπόμονα νεογέννητα στόματα, που κούρνιαζαν ψηλά στη μικρή φροντισμένη φωλιά τους ολόγυρα απ’ το καλώδιο της λάμπας στη μικρή βεράντα μπροστά στην είσοδο του σπιτιού. Οι κάτασπροι απ’ τον ασβέστη τοίχοι στολίζονταν από τ’ αναρίθμητα μπιζέλια και το μοσχοβόλο γιασεμί και συμπλήρωναν την ανοιξιάτικη πανδαισία των Κυριακών μου στην αυλή της γιαγιάς στο προσφυγικό τής Χρυσοστόμου Σμύρνης.
Παράλληλα στο μακρόστενο οικόπεδο, το σπίτι –ελαφρώς υπερυψωμένο– με δυο δωμάτια που τα ένωνε ένα μικρό χωλ. Η κατακόκκινης απόχρωσης «πάντα», καρφωμένη στον απέναντι τοίχο, ήταν το πρώτο πράγμα που τραβούσε το βλέμμα μπαίνοντας στο χωλ από την κατά κανόνα ανοιχτή πόρτα της εισόδου. Πάνω της κεντημένοι δυο αγέρωχοι καβαλάρηδες που στέκονταν αντικριστά –φύλακες άγγελοι θαρρείς– πάνω από το μικρό ντιβάνι, τη γωνιά της γιαγιάς, τον χώρο υποδοχής. Εκεί κι η σόμπα, η κρεμάστρα, το τηλέφωνο. Το μεταλλικό άσπρο κρεβάτι δέσποζε στην κρεβατοκάμαρα, που όμως χρησιμοποιούνταν και σαν τραπεζαρία, αφού ήταν δίπλα στην υποτυπώδη κουζίνα. Ο μεγάλος μπουφές με τον σκαλιστό καθρέφτη ξεχώριζε στο άλλο δωμάτιο –κάτι σαν σάλα– που το ξύλινο δάπεδό του έτριζε σε κάθε βήμα και που για μένα, στη σκέψη και μόνο ότι από κάτω υπήρχε ένα σκοτεινό κλειστό από πάντα υπόγειο, φούντωνε τη φαντασία κι έκανε την παιδική μου καρδιά να χτυπά τρελά, αν τύχαινε να περπατήσω βράδυ στα παλιά σανίδια. Ο καμπινές έξω, στην πίσω αυλή, εκεί δίπλα που αργότερα χτίστηκε μια κάμαρα και μια κουζινούλα με πατάρι για να στεγάσει όπως – όπως τα όνειρα της νιόπαντρης τότε θείας. Μετά τον ξενιτεμό της, κατοικήθηκε από τον αδερφό της που ζούσε πάντα μαζί με τη γιαγιά.
Έπαιξα, έτρεξα και γέλασα στην αυλή του, δεν το αισθάνθηκα όμως ποτέ να μου χαμογελά με ξενοιασιά και τρυφερότητα. Ξάπλωσα και κοιμήθηκα κάτω απ’ τα σκεπάσματά του, αλλά τα μόνα παραμύθια που ήξερε ήταν μοναξιά, σκοτάδι και σιωπή. Έφαγα με όρεξη καθισμένος στα σκαλοπάτια το αφράτο φρέσκο ψωμί και το τυρί, δεν με άγγιξε όμως ποτέ το ενδιαφέρον κι η αγάπη του. Καρδιοχτύπησα εξερευνώντας τις γωνιές και τις κρυψώνες του, μ’ έσφιγγε όμως το αυστηρό βλέμμα τού κάθε τι που άγγιζα. Άκουσα ν’ ανακατεύονται με δύναμη αντρικές και γυναικείες φωνές, είδα να μπαινοβγαίνουν οργισμένα συγγενικά πρόσωπα, δεν άκουσα γέλια και τραγούδια, δεν είδα να φιλιούνται και ν’ αγκαλιάζονται. Περπάτησα δυο ώρες για να φτάσω ως αυτό, ελπίζοντας να με περιμένει το πολυπόθητο ηλεκτρικό τρενάκι, αλλά γύρισα με τα μάτια γεμάτα απογοήτευση και πάλι με τα πόδια. Μόνο όταν συναντούσα τα ξαδέρφια μου έμοιαζε ν’ αλλάζει η διάθεσή του, τότε που δεν μ’ ένοιαζε αν ασχολείται μαζί μου και αδιαφορούσα για το τι έκανε και πού βρισκόταν, γιατί εκείνες τις στιγμές, εκείνες τις αξέχαστες ώρες, με πλημμύριζε η λαχτάρα και το ενδιαφέρον της Στέλλας, του Γιάννη, του Χρήστου, αισθανόμουν τη ζωή να κυλά καυτή στο άγουρο εφηβικό μου αίμα.
Αν τα σπίτια παίρνουν κάτι απ’ τις ψυχές των ανθρώπων που τα κατοικούν, αυτό το σπίτι έκλεινε πολύ μοναξιά, πολύ μελαγχολία, πολύ πίκρα. Αν τα σπίτια ανασαίνουν και ζουν μαζί με τα όνειρα, τις ελπίδες και τις προσδοκίες των ανθρώπων που τα κατοικούν, αυτό το σπίτι βαριανάσαινε την απελπισία της διάψευσης, ακολουθούσε ασθμαίνοντας το μονοπάτι της εγκατάλειψης, πνιγόταν αργοπεθαίνοντας από το ρόγχο του μοιραίου. Ήταν αδύνατο η τρυφερή παιδική μου αθωότητα να του δώσει πνοή ζωής. Ήταν αδύνατο η αυθόρμητη χαρά κι η ζωντάνια μου να ξυπνήσει τα από χρόνια νεκρωμένα συναισθήματα κι απαντοχές του. Ήταν αδύνατο η λαχτάρα κι η επιθυμία μου να βρίσκομαι κοντά του να του δώσει τη δύναμη και το κουράγιο να κρατήσει μαζί τους ανθρώπους του.
Το σπίτι ρημάζει. Πνιγμένο απ’ τα δέντρα και τα φυτά που κάποτε το στόλιζαν. Εγκαταλειμμένο για πάντα από εκείνους που κάποτε πλήγωνε. Λησμονημένο απ’ όσους έφυγαν. Παρατημένο απ’ όσους εγκατέλειψε. Κρύβεται μέσα στην ασχήμια των χαλασμάτων, ενώ γύρω του ανθίζει η ζωή. Λεηλατείται από κάθε λογής τρωκτικά, σαν το σαράκι που έτρωγε κάποτε τις ζωές των ανθρώπων του. Μόνο η «πάντα» –κουρελιασμένη πια και με τους ιππότες χαμένους μέσα στα ξέφτια της πολυκαιρίας– διακρίνεται από το χάος της εισόδου στον μισογκρεμισμένο τοίχο, μάρτυρας θλιβερός της ζωής που κάποτε πέρασε μέσα απ’ αυτό το σπίτι, αλλά που δε μπόρεσε να την κρατήσει για πάντα, γιατί τα σπίτια ζουν όταν φωλιάζει μέσα τους και ζεσταίνεται απ’ την αγάπη των ανθρώπων η ζωή κι όχι όταν φυλακίζονται και σέρνονται σαν τα φαντάσματα έρημες ανθρώπινες ψυχές.

6 σχόλια:

  1. θυμησες γεματες συναισθημα και φορτιση.οτι εχουμε ζησει μικροι μας στοιχιωνει και μας δυναμωνει.και να ξερεις και η εγκαταληψη μερος της ζωης ειναι και αυτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πολύ μελαγχολικό κείμενο... μα και πολύ ζωντανό.Μέσα από τις στάχτες όλα ξαναγεννιούνται.Η ζωή κάνει κύκλο πάντα.Καλή Πρωτομαγιά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Όχι κύκλο, Αζα, η ζωή κάνει λουλούδια και νυφάδες χιονιού... και διάφορα φράκταλ, με άλλα λόγια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Kι ένας χιονιάς λουλουδιών δεν με χαλά.... όμορφη εικόνα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ευχαριστώ όλους για τη συμμετοχή και τα σχόλια. Γράφτηκε κάτω από ιδιαίτερες συνθήκες και δεν θέλησα να αλλάξω εκ των υστέρων το ύφος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή