Παρασκευή, 3 Σεπτεμβρίου 2010

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ

Ότι ετοιμαζόμουν να φύγω για το σπίτι όταν τον είδα να προβάλει δισταχτικός απ’ την πόρτα του γραφείου. Τον καλωσόρισα εγκάρδια. Ήταν από τους συναδέλφους που σε κερδίζουν με τη διακριτικότητα και την ευπρέπειά τους και που συνήθως με την αποχώρησή τους αφήνουν μια αίσθηση έλλειψης στη θέση τους.
Επί πολλά χρόνια μοίραζε τη ζωή του μεταξύ αρχείου και νοσοκομείου, ανάμεσα στους παμπάλαιους τόμους βιβλίων και στην κατάκοιτη από ανίατη αρρώστια γυναίκα του. Τον συλλυπήθηκα για μια ακόμα φορά κι έσπρωξα ελαφρά την πολυθρόνα προς το μέρους του. Αισθανόμουν και κάπως άβολα, γιατί δεν είχα πάει στο μνημόσυνό της την περασμένη Κυριακή.
Αν και με κάποια νευρικότητα στις κινήσεις, έδειχνε ξελαφρωμένος κι η όψη του διατηρούσε τη χαρακτηριστική –παρά τα χρόνια του– αρχοντιά της, ενώ ένα αδιόρατο αμήχανο χαμόγελο γλύκαινε ακόμα περισσότερο το πρόσωπό του. Μιλήσαμε για τη δουλειά και τις πολλές μου υποχρεώσεις, για τις εκδόσεις που έχουν περιοριστεί αισθητά, για το διαδίκτυο που κερδίζει καθημερινά και νέους φίλους. Μιλήσαμε όμως και για το καλοκαίρι και τις διακοπές μου στη Χίο, για τη μεγάλη του αγάπη, την Άσσο, που τόσο του λείπει, για τον Πανάγο, για τη Χριστίνα και το Βασίλη. Για πότε χώρεσαν όλα αυτά σε μια κουβέντα πέντε λεπτών; Η σιωπή που ξεπετάχτηκε ξαφνικά ανάμεσά μας, μόλις γύρισε και με κοίταξε ολόισια στα μάτια λέγοντάς μου «Θέλω μια χάρη από σένα!», ήταν τόσο αιφνιδιαστικά κραυγαλέα, που αμφιβάλω αν ακούστηκε το «Στη διάθεσή σου, Γιώργο μου!»
Να επιστρέψει ήθελε, να του δώσω την άδεια –αν ήταν αποκλειστικά στο χέρι μου– να ξαναβρεθεί πίσω στους παμπάλαιους τόμους, στο γραφείο του που ήταν έτοιμο να βουλιάξει από τις σκόρπιες σελίδες και τ’ από χρόνια αταξινόμητα περιοδικά. Στο γραφείο που κανείς δεν είχε τολμήσει από τότε που πήρε σύνταξη να χρησιμοποιήσει, παρά έμενε σκοτεινό κι έρημο, γεμάτο σκόνες, αράχνες κι ακαταστασία. Ήθελε να ξαναγυρίσει, «έστω και για λίγο κάθε μέρα» –όπως με παράπονο είπε κάποια στιγμή.
Τώρα πια που η ζωή του κι εκεί έξω, έγινε το ίδιο σκοτεινή κι έρημη, γεμάτη άδειες ώρες κι ατέλειωτες μέρες, η απόγνωση τον έφερε στο γραφείο νομίζοντας, ότι αυτοί οι παμπάλαιοι τόμοι θα την ξαναγεμίσουν μ’ ενδιαφέρον, με φροντίδα, με νόημα.

Τον σκέφτομαι όλες αυτές τις μέρες, όχι τόσο για το αν θα του κάνω τη χάρη, μα για τη ζωή που έχτισε μέρα τη μέρα με τα χέρια του και μπήκε μέσα και δημιούργησε κι ευτύχησε –το ξέρω καλά– έστω κι αν δεν έκανε παιδιά και έκανε φίλους και παρέες και ταξίδια και συναναστροφές μ’ επώνυμους και σπουδαίους. Πού πήγαν όλα αυτά τα χρόνια τώρα; Πού πήγε η ζωή, πού κρύφτηκε ο ενθουσιασμός του, η ζωντάνια του; Ίσως μέσα στις χιλιάδες σελίδες που σκονίζονται χρόνια ολόκληρα στα ράφια, ίσως πίσω από το μικρό υπηρεσιακό γραφείο που αργοπεθαίνει αραχνιασμένο, ίσως σε κάποιο θάλαμο νοσοκομείου, ίσως πάνω στο κομοδίνο με τα φάρμακα και τα παυσίπονα.
Η ζωή μας τα χαρίζει λίγο-πολύ όλα απλόχερα –αναλογίζομαι– τη μόνη χάρη που δεν μας κάνει ποτέ είναι να την ξαναζήσουμε έστω για μια φορά ακόμα, όσο πόνο ή δυστυχία κι αν μας έχει προσφέρει.
Αυτόν τον κανόνα της, λοιπόν, ευλαβικά και με συνέπεια θα τον περιφρουρήσω, οι τόμοι –έστω με σκόνες και φθορές– θα μένουν ίδιοι, το ίδιο και το ξύλινο σαρακοφαγωμένο γραφείο, μέχρι να δεχθούν κάποιου άλλου –ίσως– Γιώργου τις φροντίδες και να δεθούν με κάποιου άλλου Γιώργου της ζωής τις αναμνήσεις

6 σχόλια:

  1. Ειχα παρόμοια περίπτωση συναδέλφου.
    Μόνο που εκείνος το ξεκαθάρισε :
    "Αν ήταν άνθρωπος ο ταδε κι ο τάδε, θα ερχόμουν καθε μερα εδω να σας βλέπω, να μιλάμε... "
    εννοούσε κάποιους πραγματικά γάϊδαρους που πάντα ανέβαιναν στην ιεραρχία χωρίς αξία και περηφανεύονταν σε όλους ... τους τα έχωνε καθε τόσο με χιούμορ καλοδιάθετο.
    Μια μερα ομως ειπε αυτό, οτι θα ερχόταν γιατι στο χώρο αυτο εζησε πολλά χρόνια και βρήκε κι ανθρώπους σωστούς. Η γυναίκα του ειχε φύγει μετά απο πολλά χρόνια ταλαιπωρία απο καρκίνο.
    Εχω να τον δω τρία χρόνια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. @Tzonako μου, όπως φαίνεται δεν είναι λίγες οι παρόμοιες περιπτώσεις, είναι όμως θλιβερό να φτάνει μια στιγμή στη ζωή του ανθρώπου που να μένει εντελώς μόνος και να αισθάνεται ότι δεν έχει πού ν' ακουμπίσει αναζητώντας στήριγμα μόνο πίσω στη δουλειά που για χρόνια έκανε... Τις καλημέρες μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Η εργασία δίνει ενα παραπάνω νόημα στη ζωή μας. Αλλα η ζωή δεν ειναι μόνο η εργασία και πρέπει να υπάρχουν αυτά όπου μπορείς να ακουμπήσεις αργότερα.
    Η αλήθεια ειναι οτι υπάρχουν πολλοί σαν τον δικό σου και τον δικό μου πρώην συναδέλφους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ευτυχώς αλλά και δυστυχώς, οι δικοί μας άνθρωποι είναι αυτοί που αληθινά "γεμίζουν" οι "αδειάζουν" τον χρόνο μας, όσο κι αν συνηθίζουμε πολλές φορές να το ξεχνάμε και να εξαρτάμε την καλή ή την καkή διάθεση και ζωή μας από από καρριέρες, καταστάσεις, πράγματα...

    Welcome back... :))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. @Tzonakos: Όπως το λες!... Εν προκειμένω, η "φυγή" της συντρόφου, που παρά τα προβλήματα και την ταλαιπωρία, "γέμιζε" ενδιαφέρον τις μέρες μετά τη σύνταξη, έπαιξε καθοριστικό ρόλο. 'Ετσι χάθηκε και το τελευταίο "αποκούμπι", οπότε αναζήτησε μέσω της επιστροφής στη δουλειά κάποιο υποκατάστατο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. @Φοράδα μου καλώς συναντιώμαστε σε γνώριμα... αλώνια! Και για να ολοκληρώσω το λογοπαίγνιο, θα πω ότι στο... σαλονάκι της καρδιάς μας κάθονται όσοι γεμίζουν τη ζωή μας. 'Οσο πιο πολλοί και πιο κοντά μας είναι τόσο πιο ευχάριστα και δημιουργικά γεμίζει ο χρόνος μας κι η καθημερινότητά μας δεν κατακλύζεται μόνο από ωράρια, υπερωρίες και καρριέρες, αλλά από συναισθήματα, χαμόγελα και πλούτο. Καλή μας εβδομάδα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή