Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2010

Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΕΞΩ

Είναι ζωντανή και έχει τον τρόπο κάθε φορά που βρίσκομαι κοντά της να μου το υπενθυμίζει. Πότε είναι με το αφρισμένο πήγαιν’ – έλα της, πότε με τους γαλήνιους ιριδισμούς της, μαγνητίζει το βλέμμα μου και με παρασέρνει σε λυτρωτικές ονειροπολήσεις. Η θάλασσα του Κορινθιακού δεν είναι σαν τι άλλες θάλασσες. Αλλάζει μορφές ανάλογα με τις περιστάσεις και κατευθύνσεις από τη μια στιγμή στην άλλη, λες κι άλλαξε αιφνίδια διάθεση.
Περίμενα με ανυπομονησία να την ξαναδώ και δεν με διέψευσε ούτε αυτή τη φορά. Την άκουγα πλησιάζοντάς την να χτυπά ρυθμικά στο στηθαίο, σαν να έκανε χαρές, που με το που έφτασα έτρεξα αμέσως κοντά της. Ήταν έξω. Είχε καταπιεί όλη την παραλία που ζέσταινε το καλοκαίρι νωχελικά ξαπλωμένα σώματα και παιχνιδιάρες παιδικές πατούσες. Άπλωνε γλυκά τους αφρούς της χαϊδεύοντας τις σμιλεμένες πέτρες, που ίσα προλάβαιναν να ξεμυτίσουν για μια ανάσα πριν το επόμενο κύμα τις σκεπάσει με βιασύνη.
Δεν έμεινα ν’ ακούσω τι ψιθύριζε στ’ αρμυρίκια, ούτε να χαζέψω τι έφερνε στ’ αγκίστρι η πετονιά του ψαρά που –λίγα μέτρα πιο κάτω– ανυπόμονα τραβούσε προς τα έξω. Το ψιλοβρόχι άρχισε να δυναμώνει. Ένα αγροτικό αυτοκίνητο διατάραξε παράφωνα τους ήχους της φύσης όπως πέρασε βιαστικό. Μερικά σπουργίτια αναζητούσαν καταφύγιο ανάμεσα στα κεραμίδια. Πεινούσα.
Μαζί στο μικρό τραπέζι της κουζίνας. Ανυπόμονοι δραπέτες της καθημερινότητας. Βιαστικοί φυγάδες των αστικών τειχών. Η τρυφερότητα και το ενδιαφέρον στρωμένα με μεράκι. Οι κινήσεις γεμάτες φροντίδα. Έκοψα το φρέσκο ζυμωτό ψωμί, έπλυνε τις ντομάτες. Το φαγητό ανεπιτήδευτο, μα όχι πρόχειρο. Τα αυγά άστραφταν σαν λαχταριστοί ήλιοι, μελάτα μάτια γυάλιζαν όλο φρεσκάδα. Μια σαλάτα, τυρί, ένα ζβαν. Ένα ποτήρι κρασί. Κάθε μπουκιά μια απόλαυση, ένα νοσταλγικό πισωγύρισμα σε χρόνους αλλοτινούς. Κάθε γουλιά ένα βήμα ακόμα πιο μακριά από τα πρέπει και τα δήθεν.
Η βροχή είχε στήσει για καλά το ρυθμικό χορό της. Έφερνα μια καλολαδωμένη μπουκιά στο στόμα όταν κι εκείνη μου είπε πόσο απολάμβανε αυτές τις στιγμές. Δε μίλησε με το στόμα –ήταν βλέπεις γεμάτο– αλλά με τα μάτια. Μ’ ένα βλέμμα ίδιο η πράσινη θάλασσα. Μ’ αυτά τα μάτια, που φωτίζονται από ζωντάνια κι έχουν τον τρόπο να μου μιλάνε κάθε φορά που βρίσκομαι κοντά τους. Άλλοτε γαλήνια κι αστραφτερά κι άλλοτε πάλι συννεφιασμένα ή μελαγχολικά. Τα μάτια αυτά δεν μοιάζουν μ’ οποιαδήποτε άλλα. Μέσα τους ζει ο κόσμος μου, εκεί κουρνιάζουν οι φόβοι μου κι από ‘κει πάλι ξεπηδάνε οι ελπίδες μου. Εκεί ανατέλλουν οι ήλιοι μου και ‘κει λάμπουνε τα φεγγάρια μου. Είναι η αφορμή να ερωτεύομαι κι ο λόγος για να υπάρχω.
Έκλεισα ασυναίσθητα τα μάτια, να κλείσω τη στιγμή, ν’ ασφαλίσω το βλέμμα, να κλειδώσω το φως σου, να φυλάξω μέσα μου τα μάτια σου.
Η θάλασσα έξω, μέσα στα μάτια σου.

2 σχόλια:

  1. Ευάγγελε με τα όσα γράφεις χαλάρωσες την ψυχή μου και εφτιαξες το βράδυ μου...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. @Στέφανε, σε καλωσορίζω και σ' ευχαριστώ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή