Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010

ΜΕΤΑΞΥ ΔΥΟ ΑΡΓΙΩΝ

Σαν Δευτέρα μου έμοιαζε σήμερα. Στο τσακ δεν είπα «Καλή βδομάδα» το πρωί στα παιδιά του θυρωρείου. Το άδειο κυλικείο φανέρωνε το ιδιαίτερο της μέρας. Η χτεσινή αργία, σε συνδυασμό με το Σαββατοκύριακο που έρχεται, ήταν σκέτη πρόκληση. Ψυχή δε συνάντησα στο ασανσέρ, μόνο από το πρωτόκολλο –στο βάθος του διαδρόμου– ξεχώριζε ανάμεσα σε σκόρπιες γυναικείες φωνές το τρανταχτό γέλιο της Ελένης. Στο γραφείο ο χώρος ήταν αξιοπρόσεχτα κρύος, ενώ από το παράθυρο ο ουρανός έμοιαζε ατόφιο μολύβι. Ο καφές έφτασε στο πιτς-φυτίλι.

Το ταχυδρομείο στο πισι κενό, ο φάκελος με τις εκκρεμότητες μισογεμάτος. Το ημερολόγιο δείχνει ακόμα 26 Οκτωβρίου. Ψάχνω το κουμπί να «σπάσω» λίγο την ψύχρα, το κλιματιστικό ακόμα στην «ψύξη». Καλό χειμώνα; Μου κακοφαίνεται να το παραδεχτώ και πρωί – πρωί δεν έχω κέφι για μελαγχολίες. Ακούω να ξεκλειδώνει η πόρτα του απέναντι γραφείου. Ξεχωρίζω το χαρακτηριστικό τσιγαρόβηχα του Τρύφωνα. Καιρός ήταν. Πάει οχτώ και είκοσι. Σήμερα τελειώνουν κι οι συμβάσεις. Μεθαύριο τελειώνει ο μήνας. Αρχίζω ν’ απολαμβάνω το καφεδάκι μου.

Δεν είχε και free press στο μετρό. Γλύτωσε απ’ τον Κύρτσο ο Παπανδρέου. Προσωρινά. Ο Σαμαράς από τις Βρυξέλλες του αφιέρωσε οχτάστηλες δηλώσεις. «Εγώ δεν είμαι Παπανδρέου». Αυτή είναι η Μαριάννα. Είναι 22 χρονών πτυχιούχος Παντείου. Τα παιδιά των stage περνάνε με σκυμμένα κεφάλια για να υπογράψουν. Τελευταία για τους περισσότερους μέρα. Από Δευτέρα τι; Καλά που έρχεται Σαββατοκύριακο. Για κάποιους τετραήμερο και με πλήρεις αποδοχές. Κάποιοι στην ανεργία με το χαρτζιλίκι των γονιών. Βάζω στο αρχείο την εγκύκλιο Ραγκούση για το ωράριο. Ο καφές κρυώνει γρήγορα σήμερα.

Ο Δημήτρης περνάει να με χαιρετήσει. Βουρκώνει. «Μη με πάρουνε κι εμένα τα ζουμιά, γαμώτο μου». Κουράγιο κι ενθάρρυνση θέλουν τα παιδιά. Σαν χτες τον θυμάμαι να έρχεται μαζί με καμιά δεκαπενταριά –μπορεί και είκοσι– άλλους. Χτυπάει το τηλέφωνο. Απομακρύνεται διακριτικά, όπως διακριτικά συνεργάστηκε με τους συναδέλφους του γραφείου όλους αυτούς τους μήνες, όχι –τι λέω;– πάνε πάνω από τρία χρόνια. Προχτές μας είχε κεράσει απ’ το μισθό του. Δεκατρία ευρώ μεροκάματο. Χωρίς ασφάλιση. Κάποιοι παλιοί που έφυγαν έχουν τρέξει στους δικηγόρους. Πίκρα, το κατακάθι παγώνει τα χείλη.

Κολλάω το κίτρινο post it στο σημειωματάριο. Τη Δευτέρα να θυμηθώ να κοιτάξω και την υπόθεση Χρονόπουλου. Τα παιδιά μου χαμογελάνε αμέριμνα μέσα στις ασημένιες κορνίζες. Ανοίγω το τραντζιστοράκι να σπάσει η μουγκαμάρα. 10,1%. Δεκαέξι εκατομμύρια άνεργοι στην Ευρώπη. Δεν είναι αριθμοί, είναι άνθρωποι. Είναι Παρασκευή επιτέλους. Ο Αργύρης μπήκε με ορμή να με πειράξει για το ντέρμπι. Χτυπά αδέξια τα χέρια στο γραφείο «Ο Νόμπλιας από αύριο μπαίνει στην ανεργία!» Κι αυτός με stage;. Ο καφές έχει ξεραθεί μέσ’ στο φλιτζάνι από ώρα.

Έφτασε επιτέλους Σαββατοκύριακο. Πώς περνά η ώρα στην Υπηρεσία!...

Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2010

Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΕΞΩ

Είναι ζωντανή και έχει τον τρόπο κάθε φορά που βρίσκομαι κοντά της να μου το υπενθυμίζει. Πότε είναι με το αφρισμένο πήγαιν’ – έλα της, πότε με τους γαλήνιους ιριδισμούς της, μαγνητίζει το βλέμμα μου και με παρασέρνει σε λυτρωτικές ονειροπολήσεις. Η θάλασσα του Κορινθιακού δεν είναι σαν τι άλλες θάλασσες. Αλλάζει μορφές ανάλογα με τις περιστάσεις και κατευθύνσεις από τη μια στιγμή στην άλλη, λες κι άλλαξε αιφνίδια διάθεση.
Περίμενα με ανυπομονησία να την ξαναδώ και δεν με διέψευσε ούτε αυτή τη φορά. Την άκουγα πλησιάζοντάς την να χτυπά ρυθμικά στο στηθαίο, σαν να έκανε χαρές, που με το που έφτασα έτρεξα αμέσως κοντά της. Ήταν έξω. Είχε καταπιεί όλη την παραλία που ζέσταινε το καλοκαίρι νωχελικά ξαπλωμένα σώματα και παιχνιδιάρες παιδικές πατούσες. Άπλωνε γλυκά τους αφρούς της χαϊδεύοντας τις σμιλεμένες πέτρες, που ίσα προλάβαιναν να ξεμυτίσουν για μια ανάσα πριν το επόμενο κύμα τις σκεπάσει με βιασύνη.
Δεν έμεινα ν’ ακούσω τι ψιθύριζε στ’ αρμυρίκια, ούτε να χαζέψω τι έφερνε στ’ αγκίστρι η πετονιά του ψαρά που –λίγα μέτρα πιο κάτω– ανυπόμονα τραβούσε προς τα έξω. Το ψιλοβρόχι άρχισε να δυναμώνει. Ένα αγροτικό αυτοκίνητο διατάραξε παράφωνα τους ήχους της φύσης όπως πέρασε βιαστικό. Μερικά σπουργίτια αναζητούσαν καταφύγιο ανάμεσα στα κεραμίδια. Πεινούσα.
Μαζί στο μικρό τραπέζι της κουζίνας. Ανυπόμονοι δραπέτες της καθημερινότητας. Βιαστικοί φυγάδες των αστικών τειχών. Η τρυφερότητα και το ενδιαφέρον στρωμένα με μεράκι. Οι κινήσεις γεμάτες φροντίδα. Έκοψα το φρέσκο ζυμωτό ψωμί, έπλυνε τις ντομάτες. Το φαγητό ανεπιτήδευτο, μα όχι πρόχειρο. Τα αυγά άστραφταν σαν λαχταριστοί ήλιοι, μελάτα μάτια γυάλιζαν όλο φρεσκάδα. Μια σαλάτα, τυρί, ένα ζβαν. Ένα ποτήρι κρασί. Κάθε μπουκιά μια απόλαυση, ένα νοσταλγικό πισωγύρισμα σε χρόνους αλλοτινούς. Κάθε γουλιά ένα βήμα ακόμα πιο μακριά από τα πρέπει και τα δήθεν.
Η βροχή είχε στήσει για καλά το ρυθμικό χορό της. Έφερνα μια καλολαδωμένη μπουκιά στο στόμα όταν κι εκείνη μου είπε πόσο απολάμβανε αυτές τις στιγμές. Δε μίλησε με το στόμα –ήταν βλέπεις γεμάτο– αλλά με τα μάτια. Μ’ ένα βλέμμα ίδιο η πράσινη θάλασσα. Μ’ αυτά τα μάτια, που φωτίζονται από ζωντάνια κι έχουν τον τρόπο να μου μιλάνε κάθε φορά που βρίσκομαι κοντά τους. Άλλοτε γαλήνια κι αστραφτερά κι άλλοτε πάλι συννεφιασμένα ή μελαγχολικά. Τα μάτια αυτά δεν μοιάζουν μ’ οποιαδήποτε άλλα. Μέσα τους ζει ο κόσμος μου, εκεί κουρνιάζουν οι φόβοι μου κι από ‘κει πάλι ξεπηδάνε οι ελπίδες μου. Εκεί ανατέλλουν οι ήλιοι μου και ‘κει λάμπουνε τα φεγγάρια μου. Είναι η αφορμή να ερωτεύομαι κι ο λόγος για να υπάρχω.
Έκλεισα ασυναίσθητα τα μάτια, να κλείσω τη στιγμή, ν’ ασφαλίσω το βλέμμα, να κλειδώσω το φως σου, να φυλάξω μέσα μου τα μάτια σου.
Η θάλασσα έξω, μέσα στα μάτια σου.

Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

ΝΟΜΟΤΑΓΗΣ ΚΑΠΝΙΣΤΗΣ

Το ‘χω κόψει κοντά δέκα χρόνια. Στην αρχή ήμουν όλο εκνευρισμό και υπερένταση. Με το χρόνο η έννοια του μου πέρναγε και μόνο σε τίποτε εξόδους ή διασκεδάσεις –ξέρεις εκεί με τις παρέες και τις μουσικές– ερχόταν νοσταλγικά η ανάμνησή του για να με κολάζει. Τίποτε, το άντεχα!
Πιο πολύ από πείσμα ήταν παρά ο φόβος τυχόν αρρώστιας. Η γυναίκα μου έχει να το κάνει, αφού ο φίλος γιατρός που τράβηξε την πλάκα –πιο πολύ για πλάκα λόγω μιας εποχιακής δύσπνοιας– έπαθε στο μεταξύ δύο εμφράγματα κι ο Παναθηναϊκός –φανατικός βάζελος– έκανε δέκα χρόνια και βάλε για να δει πρωτάθλημα!
Και πάνω που όλα κυλούσαν κι είχα το πάνω χέρι, χωρίς να ‘χω ακουμπήσει τσιγάρο ούτε για δοκιμή, σκάει ο νόμος του Αβραμόπουλου για το κάπνισμα. Καλά, στην αρχή αυτόν το νόμο όλοι τον γράψανε και πήγαινε ολοταχώς να συναντήσει στα αζήτητα εκείνον τον μνημειώδη νόμο του Παπαθεμελή για το ωράριο –ποιος τον θυμάται άραγε, όχι μόνο τον Παπαθεμελή, αλλά και το νόμο για το ωράριο! Να ‘σου όμως και πηγαίνει ο Αβραμόπουλος στα αζήτητα –μαζί με όλη τη σεμνή και ταπεινή διακυβέρνηση– κι έρχεται η Μαριλίζα να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Ποια θέση τους, εδώ που τα λέμε, τα τασάκια μόνο να βγάλει απ’ τη θέση τους την ένοιαζε και τον κόσμο στους δρόμους και στα πεζοδρόμια, όχι μόνο να διαμαρτύρεται για το μνημόνιο, αλλά και για να καπνίσει ένα τσιγάρο!
«Καλά», θα μου πεις, «κι εσένα τι σε νοιάζει; Αφού εσύ δεν καπνίζεις, δεν είσαι ευτυχής, που τώρα θα διασκεδάζεις σε υγιεινή ατμόσφαιρα και θα μπορείς ν’ απολαμβάνεις σ’ όλο τους το μεγαλείο κι όχι μέσα στην κάπνα τα μωρά που ανεβαίνουν στο τραπέζι για να ξορκίσουν το σεβντά τους μ’ ένα τσιφτετέλι;» Τι να την κάνω την υγεία μέσ’ στην κόλαση, βρε παιδί μου! Κείνες τις ώρες και τον Κεράνη αυτοπροσώπως –που λέει ο λόγος– να ‘χα μπροστά μου θα τον… κάπνιζα! Αλλά, αφού αυτός έχει κλείσει, άστε με να φτιάχνομαι τουλάχιστον έστω και ως παθητικός καπνιστής!
Το χειρότερο μας όμως μ’ έχει βρει στο γραφείο. «Πρόστιμο», γράφει η ανακοίνωση του Λοβέρδου –μετά τη Μαριλίζα ανέλαβε να βγάλει αυτός τα κάστανα και τα τσιγάρα απ’ τη φωτιά και τους μαγαζάτορες των κέντρων έξω απ’ τα ρούχα τους– βάσει του νόμου τάδε παράγραφος τάδε –πού ‘σαι Ζαμπέτα– το κάπνισμα απαγορεύεται δια ροπάλου σ’ όλους τους εσωτερικούς δημόσιους χώρους κι επιτρέπεται μόνο έξω στο δρόμο.
Ευρώπη γίναμε! Από τασάκια στα θρανία που διεκδικούσαμε στα γυμνασιακά μας χρόνια, θα διεκδικούμε τώρα τασάκια στα πεζοδρόμια.
«Καλά», θα μου πεις και πάλι –το ‘χω καταλάβει από ώρα ότι είσαι βαλτός– «κι εσένα τι σε κόφτει γι’ αυτούς που θα βγαίνουν έξω στο κρύο και τ’ αγιάζι σε λίγο καιρό που θα χειμωνιάσει; Δεν χαίρεσαι που και την ταλαιπωρία γλυτώνεις και τα έξοδα από τις συνεχείς ανατιμήσεις των τσιγάρων λόγω αύξησης του ΦΠΑ;» Τι να την κάνω την οικονομία, βρε παιδί μου! Κείνες τις ώρες που αδειάζει το γραφείο και πέφτει όλη η δουλειά πάνω μου και το Λοβέρδο αυτοπροσώπως –που λέει ο λόγος– να ‘χα μπροστά μου, θα του πέταγα όλους τους φακέλους στα μούτρα. Αλλά, αφού τώρα τηρείται ο νόμος, το κάθε τσιγάρο των συναδέλφων διαρκεί τουλάχιστον μισή ώρα, με το που θ’ ανοίξουν το πακέτο και θα κατέβουν απ’ τον έβδομο κάτω στο πεζοδρόμιο μέχρι να ευαρεστηθούν να επιστρέψουν.
Μισό πακέτο, επί μισή ώρα… Μέχρι υπερωρίες θα γράφουν σε λίγο όλοι οι νομοταγείς υπάλληλοι καπνιστές. Αυτός είναι ο μόνος νόμος που στα υπουργεία θα εφαρμοστεί πιστά από τους θεριακλήδες δημοσίους υπαλλήλους κατά γράμμα –και χωρίς ερμηνευτική εγκύκλιο!

Σκέφτομαι, το λοιπόν, πολύ σοβαρά να ξαναρχίσω το κάπνισμα. Ούτως ή άλλως, εκτός από τα προφανή οφέλη που θα έχω σε καθημερινή βάση, θα βρω κι έναν ακόμα τρόπο να αντιστέκομαι στην κυβέρνηση, βρε παιδί μου, όπως κάνει ο κάθε πολίτης που σέβεται τη σήμερον ημέρα τον εαυτό του.
Ουφ, μπάφιασα!

Foto: Andrzej Radka

Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

Η ΑΛΛΗ ΚΑΤΑΛΗΨΗ

«Κατάληψη – Όχι στο νέο σχολείο» γράφει το πανό που έχουν αναρτήσει οι καταληψίες μαθητές στην αμπαρωμένη σιδερένια καγκελόπορτα του 2ου Λυκείου.
Για την πραγματοποίηση της «κατάληψης» ψήφισαν οι μαθητές και το αποτέλεσμα ήταν συντριπτικό, 234 υπέρ με 36 κατά. Έτσι, από την περασμένη Δευτέρα το σχολείο έχει καταληφθεί από μαθητές, τα μαθήματα έχουν διακοπεί, στο προαύλιο παιχνίδια και χαβαλές, ενώ ορισμένοι καθηγητές μπαινοβγαίνουν αδυνατώντας να επηρεάσουν ουσιαστικά τις εξελίξεις.
Μεταξύ των κυριότερων αιτημάτων τους –όπως τουλάχιστον μου τα μετέφερε ο γιος μου– είναι το θέμα της μείωσης του αριθμού των απουσιών, η έλλειψη σε πετρέλαιο θέρμανσης και οι ελλείψεις στα βιβλία των αγγλικών, που θ’ αγοράζονται από τους μαθητές.
Έθιμο ή καλύτερα πρακτική, που χρονολογείται κοντά δυο δεκαετίες, οι καταλήψεις των σχολείων λίγο μετά το ξεκίνημα της σχολικής χρονιάς, κάθε φορά στο όνομα των διαχρονικών αναγκών κι ελλείψεων των σχολείων, πάντα βρίσκει αιτήματα για να νομιμοποιήσει την πραγματοποίησή της. Οι μικρές μειοψηφίες που αποτελούν παραδοσιακά τους πυρήνες των κινητοποιήσεων, μετατρέπονται σε συντριπτικές πλειοψηφίες μέσα από «μαζικές συνελεύσεις» και «δημοκρατικές διαδικασίες».
Η φετινή κινητοποίηση, κρίνοντας απ’ τα αιτήματα –μέχρι και τον Καλλικράτη μας ανέφερε καθηγητής ότι είχαν ανακατέψει στις διεκδικήσεις– έχω την αίσθηση, ότι στο μόνο πλαίσιο που αντέχει να συγκριθεί με αντίστοιχες προηγούμενες, είναι αυτό της πολιτικής κοινωνικοποίησης των παιδιών. Η φτώχια των αιτημάτων σε καμιά περίπτωση δεν αντανακλά την πραγματική φτώχια της εκπαίδευσης και της ουσιαστικής ανάγκης που υπάρχει για ριζική αναδιοργάνωση και εκ βάθρων ανασχεδιασμό. Σε ποιο βαθμό όμως αυτό γίνεται αντιληπτό ως διεκδίκηση από την κοινωνία, όταν με κεφαλαία γράμματα εκπέμπεται ένα τεράστιο «ΟΧΙ ΣΤΟ ΝΕΟ ΣΧΟΛΕΙΟ»;
Θα ‘θελα να μάθει το παιδί μου να συμμετέχει στις κοινωνικές κινητοποιήσεις. Θα ‘θελα ν’ αγωνίζεται διεκδικώντας καλύτερο μέλλον. Θα ‘θελα να είναι σε θέση ν’ αξιολογεί και να κρίνει αυτά που του προτείνονται. Θα ‘θελα να μπορεί να αιτιολογήσει, πρώτα στον εαυτό του, την όποια του επιλογή. Τι απ’ όλα αυτά μαθαίνει μέσα απ’ αυτήν τη διαδικασία του χαβαλέ και της πλάκας; Τίποτα. Τώρα, στα πρώτα του εφηβικά βήματα, οδηγείται ν’ αποφασίζει μέσα από διαδικασίες αγέλης. Διαπαιδαγωγείται στη μονολιθικότητα και την αυθεντία της μιας γνώμης. Εμπεδώνει τις δημοκρατικές διαδικασίες σαν αποθέωση της αυθαιρεσίας. Μιμείται συμπεριφορές που αναπαράγουν αναχρονιστικά μοντέλα επικοινωνίας και κοινωνικών σχέσεων.
Δεν τον θέλω «καθ’ εικόναν και ομοίωσιν». Ούτε όμως και εικόνα μιας κοινωνίας που αναζητά τα πρότυπά της μέσα από την τηλεόραση και τις κλειδαρότρυπες.
Υπάρχουν κανόνες, αξίες κι αρχές. Ας ακούσει, ας ψάξει, ας τις γνωρίσει κι αν δεν του αρέσουν, ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν, ν’ αγωνιστεί για να τις ανατρέψει και να τις αλλάξει.
Πρώτα όμως νομίζω πως θα πρέπει, να μάθει να μαθαίνει, ν’ αναζητά και να προβληματίζεται. Κι αυτό πολύ θα ‘θελα να υπάρξει ένα σχολείο που να μπορέσει κάποτε να το διδάξει και τα παιδιά να το καταλάβουν γιατί θα το θέλουν, αντί να το καταλαμβάνουν, επειδή έτσι θέλουν...

Τετάρτη, 6 Οκτωβρίου 2010

ΣΤΟ ΣΚΑΜΝΙ

Aπό μικρός είχε την τάση να βγάζει λόγους. Μόλις έσερνε το σκαμνί ή την ψάθινη καρέκλα για ν’ ανέβει πάνω της, σαν μια παράξενη μαγεία να έκλεινε τα στόματα των παρευρισκόμενων κι όλα τα βλέμματα μαγνητίζονταν θαρρείς και στρέφονταν προς το μέρος του. Η τσιριχτή λεπτή φωνή του αντηχούσε σ’ όλη την αυλή και ξεσήκωνε γέλια και χειροκροτήματα σε κάθε λέξη που κόλλαγε το «ρο» μέχρι να το φάει τελικά η μαρμάγκα και να γίνει «γο».
Τη μια γινόταν «Δήμαγγγγχος», την άλλη «Υπουγγγός», πότε έφτιαχνε «δγγγόμους» και πότε «γέφυγγγες».
Ο Θύμιος γεννήθηκε αρχές της δεκαετίας του ‘60. Ο θείος Αρίστος –δραστήριος αντιπρόεδρος του εξωραϊστικού συλλόγου της γειτονιάς– απ’ όταν ήταν νήπιο ακόμα τον ανέβαζε στους ώμους και τον έπαιρνε μαζί του –εκτός από το γήπεδο– σε πολλές απ’ τις προεκλογικές συγκεντρώσεις υποψηφίων βουλευτάδων και δημάρχων, που όργωναν, σαν πλησίαζαν οι εκλογές, τους χωματόδρομους και τις φτωχογειτονιές, πότε τάζοντας «σχέδιο», πότε δουλειές και πότε «ύδρευση κι αποχέτευση».
Έτσι, το «καμάρι» δεν άργησε να ξεσηκώσει εκφράσεις και συμπεριφορές και να αντιγράψει ατάκες και κινήσεις, που του έκαναν εντύπωση. Ήμασταν κι εμείς πειραχτήρια, ήθελαν κι οι μεγάλοι να σπάσουν πλάκα και τον τσιγκλούσαν κάθε τόσο να βγάλει λόγο. Οι μόνοι που καμάρωναν σα γύφτικα σκεπάρνια μόλις ο μικρός τους άρπαζε το σκαμνί, ήταν ο θείος κι η θεία Αρετή –όνομα και πράμα– που κρέμονταν απ’ τα χείλη του –κι έσφιγγαν τα δικά τους– μέχρι να βγει το κάθε «γο».
«Δεν έχουμε νερό», του φωνάζαμε από τη γαλαρία κι εκείνος με έναν αστείο στόμφο πάνω απ’ το σκαμνί, υποσχόταν μ’ ετοιμότητα: «Θα σας φέγγγγω και νεγγγό».
Το πόσιμο νερό τελικά πήγε σ’ εκείνες και στις άλλες γειτονιές, πήγαν κι οι δρόμοι κι η άσφαλτος μαζί. Οι λάσπες κι οι αλάνες εξαφανίστηκαν και μαζί τους οι χείμαρροι και τα ρυάκια. Το «σχέδιο» –μαζί και τα λεωφορεία– έφτασε μέχρι τα νταμάρια και τις παρυφές των γύρω βουνών. Ο «συντελεστής δόμησης» κάλυψε τις ταράτσες, που ξαπλώναμε τα καλοκαίρια στρωματσάδα κάτω απ’ τ’ άστρα και η «αντιπαροχή» έθαψε τις αυλές με τα γιασεμιά, τ’ αγιοκλήματα και τα τριαντάφυλλα κάτω από τόνους μπετό και σίδερα.
Οι υποψήφιοι δήμαρχοι μόνο κι οι βουλευτάδες συνεχίζουν ακόμα να αλωνίζουν προεκλογικά τις απρόσωπες από χρόνια γειτονιές, φορτωμένοι χαμόγελα και καλές προσθέσεις για «εφικτές λύσεις» και «ποιότητα ζωής». Από κοντά κι ο Θύμιος, που το παιδικό χούι το έκανε με τον καιρό επάγγελμα, εξακολουθεί να υπόσχεται –όχι πλέον πάνω από το σκαμνί– με το ίδιο όμως σθένος κι αποφασιστικότητα «χώγγγους πγγγασίνου», «κυκλοφογγγιακές γγγυθμίσεις» και «θέσεις πάγγγκιγκ».
Εκτός από το ρο –που κανείς από μας δεν το προσέχει πια– έχει φάει για χρόνια και την αυτοδιοίκηση με το κουτάλι. Την ξέρει σαν την χούφτα του, με τα καλά και τα κακά της. Με τις προεκλογικές συμφωνίες κάτω ή δίπλα απ’ το τραπέζι. Με τα χρίσματα και τους αντάρτες. Με τις εργολαβίες και τις αναθέσεις. Με τους συμβασιούχους και την καθαριότητα. Με τους σκαμμένους δρόμους και τα έργα της τελευταίας στιγμής.
Έχει άγχος αυτή τη φορά, γιατί –όπως εκμυστηρεύεται κατ’ ιδίαν– «ο κόσμος είναι δυσαγγεστημένος με την κυβέγγγνμηση και θα την πληγγγώσουν οι δήμαγγγχοι κι οι πεγγγιφεγγγειάγγγχες».

Κάποιος, επιτέλους, πρέπει να «πληγγγώσει», Θύμιο μου, για ‘κείνα και τ’ άλλα που επί τόσες δεκαετίες τα έχουμε πληρώσει –και ξαναπληρώσει– και, δυστυχώς, μας έχουν όλους τόσο πολύ πληγώσει...