Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010

ΟΜΗΡΟΙ

Όλο αυτό τον καιρό της σιωπής μια λέξη τριβελίζει ξανά και ξανά το μυαλό μου: Διάψευση.

Τη βλέπω να ζωγραφίζεται στο πρόσωπό μου όπως φευγαλέα καθρεφτίζομαι στα μάτια σου, όπως λοξοκοιτάζω βιαστικά τις βιτρίνες, όπως αδιάφορα απλώνω τον αφρό ξυρίσματος. Τρυπά τ’ αυτιά μου όπως ανακατεύεται με τις ακαθαρσίες των δρόμων, όπως μπερδεύεται με το ξεφύσημα της μάνας μου, όπως καγχάζει τις βουβές λέξεις μου. Στάζει πίκρα στα ξερά χείλη μου όπως η θύμηση του μισεμού, όπως ο εφιάλτης της απώλειας, όπως η ματαίωση του αναστεναγμού. Την αισθάνομαι να πληγώνει τον εγωισμό μου όπως με ντροπιάζει δημόσια, όπως με εγκαλεί με αυστηρότητα, όπως με περιπαίζει αναίσχυντα.

Μερικές φορές την ψιθυρίζω ασυναίσθητα, όπως αναίσθητα συνεχίζω της καθημερινότητας τις μεγαλειώδεις εκδηλώσεις και της ρουτίνας τις πομπώδεις διαδικασίες.

Δηλαδή, αν όλα όσα συμβαίνουν αυτόν τον χρόνο δεν συνέβαιναν, όλα θα ήταν μια χαρά; Δηλαδή, αν οι κερδοσκόποι κι όλοι –όπως τουλάχιστον μας λένε οι ειδήσεις– όσοι καιροσκοπικά εργάζονται στους ανά τον κόσμο οίκους, τράπεζες και λόμπυ δεν αποφάσιζαν να μας πάρουν το κεφάλι, όλα θα δούλευαν ρολόι; Δηλαδή, αν το επιτόκιο δανεισμού δεν χτύπαγε το κόκκινο, θα συνεχίζαμε να χασκογελάμε σαν χώρα ανά την υφήλιο περήφανα, ξετσίπωτα, αδιάφορα κι αδιάκριτα;

Χάρη χρωστάμε, το λοιπόν, σε ποιους; Σ’ αυτούς που μας ξεβρακώνουν διεθνώς ή σ’ αυτούς που μας ξεβρακώνουν κάθε μέρα;

Μόνος μου μέρα τη μέρα ξεβρακώθηκα, απέναντί μου πρώτα, στα παιδιά μετά, στους φίλους λίγο αργότερα, στους γνωστούς και σ’ εσένανε –πιο σπάνια– ιδίως από τότε που η κουμπάρα έπιασε το από πάνω μας τριάρι. Γυμνός γυμνοσάλιαγκας με τα εγχειρίδια του Μαρξ και της Αλλαγής στο χέρι, με την επιδότηση στην κωλότσεπη, τις πιστωτικές στο πορτοφόλι και τα γαρύφαλλα στις χούφτες. Κρατικοδίαιτος καπιταλίστας στα τέσσερα επί τέσσερα καβάλα στο πεζοδρόμιο, με τη 350 τ.μ. μεζονέτα εκτός ζώνης αλλά ως αποθήκη εντός Ε9, με το σκάφος, τις μετοχές και την offshore καβάτζα.

Μόνος μου πέταξα ματαιόδοξα του φιλότιμου και της μπέσας τα διαδήματα, ξέσκισα του μέτρου και του δίκιου τις περγαμηνές, ποδοπάτησα της αλληλεγγύης και της συνεργασίας τις κονκάρδες κι έτσι απογυμνωμένος αλαζόνας στήθηκα μπροστά στης τηλεόρασης το άθλιο ξεβράκωμα, κορώνες για την ηθική και για την τάξη να υψώνω.

Κάπου πιο πέρα ένοιωθα πως με καμάρωναν όλοι οι ιλουστρασιόν επώνυμοι και διάσημοι, που εικόνα τους πιστή –κι ενίοτε συνένοχη– κατάφεραν να κάνουν εκείνους που δεν άντεξαν της επαρχίας την κοπιαστική απομόνωση ή των μεγάλων πόλεων τη φιλική ανωνυμία. Κάθε γιορτή ή εκλογή, που κι αυτή –χρόνια τώρα– με γιορτή και πανηγύρι έμοιαζε, οι κάρτες και τα δώρα έφταναν με το κιλό στα σπίτια κι οι δεξιώσεις, οι χοροί και τα μπαλκόνια γέμιζαν εικονικές πολιτικές και Photoshop χαμόγελα, μαζί με πλαστικούς μπουφέδες και σημαίες.

Όλα στα σκουπίδια. Διάψευση. Σκληρή, οδυνηρή, αδυσώπητη.

Όμηροι από χρόνια, όμηροι από πάντα. Σφιχτοδεμένοι με τις ίδιες τις επιλογές μας, αγκαλιά με τα ίδια μας τα λάθη, χέρι-χέρι με τον κακό μας εαυτό. Όμηροι μέσα σ’ έναν φαύλο κύκλο αναξιοπιστίας, κακοδιοίκησης, αυταρχισμού, ανισότητας, απογοήτευσης. Αγωνιούμε περιμένοντας, με όλα τα φώτα και τις κάμερες του κόσμου απέναντί μας, αν η επέμβαση για να σωθούμε θα έχει τέλος αίσιο ή αν θα φτάσουμε αισίως σ’ ένα τέλος, που σχεδιάστηκε και παίζεται –όπως το πόκερ– από εκείνους που συμφέρουν τα συμβάντα.

Όλα τα ενδεχόμενα πιθανά –όπως τουλάχιστον μας λένε οι ειδήσεις– κλείνω, το λοιπόν, τα μάτια, την τιβι κι αντί να περιμένω τις δυνάμεις, δύναμη βάζω να το πιάσω πάλι απ’ την αρχή, μήπως και βρω κάποιαν αρχή και κάποιαν άκρη απ’ το κουβάρι που του νου τον τρόπο αλλάζει.

Photo: Patrick Desmet