Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΠΟΓΕΥΜΑ

Όπως το αεράκι ανεμίζει τις κουρτίνες του γραφείου εισχωρώντας δροσερό από τ’ ανοιχτό παράθυρο, μπορώ να διακρίνω πέρα μακριά, πίσω από τις μουντές ταράτσες με τις απλωμένες κεραίες και τη μπετόν αρμέ ασχήμια, μιαν άλλη πόλη. Απολαμβάνει το απογευματινό καφεδάκι της ακούγοντας τα πουλιά να φτερουγίζουν στα πεύκα. Έχει στα χείλη ζωγραφισμένο ένα εμπριμέ χαμόγελο, όπως είναι ξαπλωμένη στην αναπαυτική σεζλόνγκ. Ο καπνός του τσιγάρου ίσα – ίσα προφταίνει να επιστρέψει στο στόμα, αφού εγκλωβίζεται στην πιο βαθειά γωνιά του θώρακα με κάθε ατέλειωτη γουλιά. Η θάλασσα μπορεί να μην φαίνεται, όμως ακούγεται να πηγαινοέρχεται ανυπόμονα με κάθε λεωφορείο που ανηφορίζει ασθμαίνοντας προς την Αγία Φωτεινή. Λίγο αν προσέξει μπορεί ν’ ακούσει τις φωνές από το γήπεδο ή απ’ τα παιδιά που παίζουν ξένοιαστα στο δρόμο τα παιχνίδια τους. Μπορεί να πάει σινεμά το βράδυ ή ν’ αποκοιμηθεί ακούγοντας ραδιόφωνο. Μπορεί να ξυπνήσει αύριο και να ‘ναι η Δευτέρα.
Το αεράκι δεν έφερε την τέφρα, έφερε γλυκό του κουταλιού –ή μήπως βανίλια υποβρύχιο;– και άρωμα λεμόνι απ’ τον κήπο. Μπορεί να ξυπνήσω αύριο και να ‘ναι πάλι η Δευτέρα.