Τρίτη, 31 Μαρτίου 2009

ΠΑΛΙ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ...

Τα πατροπαράδοτα τηρήθηκαν και φέτος κατά γράμμα...

Μοσχοβολιά τσουρεκιού και άρωμα ξυδιού έντυσαν απ' άκρη σ' άκρη το σπίτι με τα πασχαλινά του.

Οι ουζοκατανύξεις με θαλασσινά και μεζεκλίκια -μέχρι σκασμού- λόγω της... νηστείας έδωσαν και πήραν.

Το «Χριστός...» ακούστηκε απ' του παπά τα χείλη και το «...Ανέστη» το υποθέσαμε απ' τις κωδωνοκρουσίες και τα βαρελότα την ώρα που φιλιόμασταν από αγάπη -ποδοπατώντας ο ένας τον άλλο.

Η γευστικότατη μαγειρίτσα από τις δώδεκα και τέταρτο ήταν κι όλας στο τραπέζι -εμείς είχαμε κάτσει ήδη από και δέκα...

Το κοκορέτσι καταναλώθηκε σχεδόν μισοψημένο με τη συνοδεία άφθονου «Τετράμυθου». Βλέπεις, οι καθώς πρέπει γείτονες είναι πάντα πρόθυμοι να κάτσουν να σου πουν τη γνώμη τους, ειδικά μάλιστα όταν πρόκειται για το -τζάμπα- φαΐ σου μέχρι και πέτρες είναι ικανοί να καταβροχθίσουν.

Ο θείος Τάκης παραπονιόταν και φέτος ότι το ανθότυρο παραήταν -λέει - αλατισμένο και δεν μπορούσε -λέω εγώ- να το φάει όλο μόνος του.

Ο παππούς διάβασε τη σπάλα του αρνιού κι είδε υγεία -ήταν κάτασπρη- αλλά από λεφτά... τζίφος -ο χόνδρος στην άκρη ήταν κομμένος!

Η ξαδέρφη μας, η Ασπασία, περνούσε άλλο ένα Πάσχα μακριά από τον αγαπημένο της, που για έβδομο χρόνο ταξίδευε -κάπου στη Βραζιλία- αλλά τα απόμερα κρυφογελάκια της και τα μυστηριώδη σου ξου ψου της στο κινητό παρηγορούσαν όπως έδειχνε τη μοναξιά της. Τον άντρα της πάντως δεν τον λένε -απ' όσο ξέρω- «Μήτσο μου»...

Τα παιδιά μας εξαφανισμένα με τις παρέες τους κάθε μέρα από το πρωί ως το βράδυ και χτες διαβάζαμε ως τις έντεκα τη νύχτα -λες και δε τα έφτασαν τόσες μέρες- για τον Προφήτη Ησαΐα!...

Αυτά κι όλα τ' άλλα, όσα πέρασαν κι η ματιά δεν τα έπιασε ή η μνήμη δεν τα συγκράτησε, έγιναν κιόλας ένα κομμάτι ζωής. Κι είναι όμορφο να είσαι πάλι σπίτι, να κονταροχτυπιέσαι πάλι με την καθημερινότητα και να βλέπεις τις μέρες του Πάσχα 2008 να ξεμακραίνουν πίσω στο χρόνο, αλλά εσύ να ξαναφέρνεις και πάλι στο νου ευχάριστες εικόνες κι ευτυχισμένα πρόσωπα απ' αυτό... Τη γυναίκα, τα παιδιά σου, τους γονείς ή τ' αδέλφια σου, όλους έναν προς έναν, όπως ίσως κάνεις κάθε φορά μετά από αντίστοιχες περιόδους γιορτών, ξενοιασιάς και χαράς.

Θυμάμαι αγαπημένους, που πιθανόν με κάποιους απ' αυτούς να μην πέρασα αυτές ή κάποιες άλλες μέρες γιορτής μαζί τους, αλλά να τους ευχήθηκα απ' το τηλέφωνο ή να τους σκέφτηκα μόνο, ξέρω όμως ότι είναι εκεί, υπάρχουν, ζουν κι αναπνέουν τον ίδιο με μένα αέρα κι ένα τρυφερό φτερούγισμα ξελαφρώνει το στήθος μου.

Η ζωή είναι πολύτιμη κι αυτές οι γιορταστικές μέρες -που φεύγουν πάντα τόσο γρήγορα- λες κι υπάρχουν για να μας το θυμίζουν...

Και του χρόνου!

ΑΣΠΡΟ ΠΑΝΙ ΚΑΙ... ΣΑΜΑΛΙ

Θυμάμαι την Ηρώ και τον Παντελή, την Έλενα και την Όλγα, αλλά και την καλοκαιρινή Άρτεμη και τον Παράδεισο μέσα στα πεύκα. Θυμάμαι κατακόκκινες βελούδινες καρέκλες ή κάτασπρο γαρμπίλι και πάνινα καθίσματα. Θυμάμαι δροσερό μπιράλ και λαχταριστά κωκ. Θυμάμαι ζεστό αράπικο κι αφράτο στραγάλι με σταφίδες. Θυμάμαι Ξανθόπουλο και Άντζελα Ζήλια, Αλίκη Βουγιουκλάκη και Δημήτρη Παπαμιχαήλ.

Αφορμή να τα ξαναθυμηθώ όλα αυτά ένα τραγούδι που άκουσα οδηγώντας και ξύπνησε αυθόρμητα, μέσα στη γλυκιά βραδιά, μνήμες παιδικές. Βρέθηκα σε αίθουσες κινηματογράφων που δεν υπάρχουν πια, αφού δεν άντεξαν -όπως τόσες και τόσες άλλες- την επέλαση του τσιμέντου και της αντιπαροχής. Έγιναν πολυκατοικίες, σούπερ μάρκετ, βιοτεχνίες και μαγαζιά.

Ζούσαν οι Κυριακές τότε και τα Σαββατόβραδα μέσα σ' αυτές τις αίθουσες. Στο σκοτάδι τους ζωντάνευαν ο έρωτας, ο πόνος, η χαρά κι η λύπη, οι ελπίδες κι οι απογοητεύσεις. Η ασπρόμαυρη οθόνη γινόταν το καράβι, το καραβάκι ενός ολόκληρου λαού, προς την ενηλικίωση. Το φως το προβολέα έφερνε στο φως όψεις ζωής που ο καθένας θα μπορούσε ν' αναγνωρίσει πως μοιάζουν με τη δική του, αληθινή ή φανταστική. Οι φωτεινές δέσμες πάνω απ' τ' ακίνητα κεφάλια των θεατών ύφαιναν στο τρεμόπαιγμά τους ιστορίες, που άλλοτε ξεσήκωναν την αίθουσα σε τρανταχτά γέλια κι άλλοτε βύθιζαν τις συμπάσχουσες καρδιές σ' ένα παρατεταμένο κλάμα και σπαραγμό.

Κάποτε -απομεσήμερο Δευτέρας ήτανε, χειμώνας κι έβρεχε- η Ηρώ ήταν γεμάτη κόσμο -γυναίκες στην πλειοψηφία τους- ήμουν κι εγώ με τη μάνα μου. Η ώρα περνούσε κι η ταινία δεν έλεγε ν' αρχίσει -κάποια με το «παιδί του λαού», το Νίκο Ξανθόπουλο. Το σούσουρο δεν άργησε ν' αρχίσει, οπότε πέρασε από στόμα σε στόμα η είδηση ότι ο ίδιος ο Ξανθόπουλος -που θα παρακολουθούσε λέει μαζί μας την ταινία- είχε πάει για να φέρει την κόπια. Η κόπια δεν έφτασε ποτέ, η είδηση όμως μας κράτησε εκεί όλους, με τη λαχτάρα και την ελπίδα να συναντήσουμε το ίνδαλμα, που θα γινόταν για μια ακόμα φορά ήρωας, όταν θα επέστρεφε θριαμβευτής με την ταινία... Ποια ταινία; Όσο την είδατε εσείς, άλλο τόσο κι εμείς!

Οι ρόλοι δεν ήταν γραμμένοι μόνο στο σενάριο της ταινίας, αλλά τους επέβαλε κι η σκληρή καθημερινότητα, το μεροκάματο. Καθένας είχε τη θέση του, το «ρόλο» του. Η ταμίας -με τον κότσο συνήθως- μέσα στο γυάλινο κουβούκλιο και με τα μπλοκάκια των εισιτηρίων μπροστά της. Ο υπάλληλος που έκοβε τα αποκόμματα των εισιτηρίων στην είσοδο κι ο επόπτης της εφορίας που τα έριχνε μέσα σ' ένα ξύλινο κουτί -για να κάνει στο τέλος της βάρδιας τον έλεγχο. Δίπλα στα ορθάνοιχτα φύλλα της πόρτας της αίθουσας και την τραβηγμένη βαριά κόκκινη κουρτίνα η ταξιθέτρια, με το πρόγραμμα στο χέρι και τον φακό στην τσέπη. Πιο ψηλά απ' όλους, μέσα σ' ένα στενό καμαράκι, πάντα αθέατος και μυστηριώδης ο «μηχανικός»...

Δημοτικό πήγαινα -πέμπτη μάλλον- ο πατέρας μου συμπλήρωνε τον πενιχρό μισθό του σαν επόπτης κινηματογράφου κι έτσι κάποια Κυριακάτικα απογεύματα -4 με 6- αποχτούσαν άλλη διάσταση. Ήταν οι φορές που πηγαίναμε σινεμά με τη Νικούλα -καλή της ώρα- την... «αρραβωνιαστικιά» μου. Ο Μανέλης, ο Βέγγος, ο «πολύς» Λάμπρος Κωνσταντάρας, η Στυλιανοπούλου, ο Σταυρίδης, ο Χατζηχρήστος κι ο Αυλωνίτης με τη Γεωργία Βασιλειάδου, όλα τα λαμπερά αστέρια της εποχής άστραφταν στα παιδικά μας μάτια και γινόμασταν κι εμείς πότε «Αρχόντισσα κι ο αλήτης» και πότε «Γοργόνες και μάγκες»... Και πώς πήγαινε να σπάσει η καρδιά μου όταν μέσα στο σκοτάδι ακουμπούσε -τάχα τυχαία- πάνω στο «μπράτσο» του καθίσματος το χέρι μου το δικό της χέρι.

Στο διάλειμμα, όταν άναβαν τα φώτα και τα μάτια προσπαθούσαν να συνηθίσουν την ολιγόλεπτη επιστροφή στην πραγματικότητα, έβγαινε ο λαχταριστός δίσκος με τ' αναψυκτικά, τα σάμαλι και τους ξηρούς καρπούς. Τον είχε κρεμασμένο στους ώμους του ο γκριζομάλλης υπάλληλος με την άσπρη μπλούζα. Πριν προλάβει να κάνει καλά-καλά την εμφάνισή του τον είχαμε κιόλας περικυκλώσει. Μερικές φορές χτυπούσαν οι «καμπάνες», εμφανιζόταν στην οθόνη το «Μέρος Βον» κι εμείς ήμασταν ακόμα στην ουρά!

Στο Φοίβο -τον καλοκαιρινό στην Ευαγγελίστρια- είχε τα καλύτερα κωκ «νέγκρο»! Η γλύκα κι η νοστιμιά τους ακόμα γαργαλάει τον ουρανίσκο μου! Η λαιμαργία μου -κάποια φορά που είχα πάει μαζί με μια μεγαλύτερη ξαδέρφη μου- μ' άφησε ξάγρυπνο ολόκληρη τη νύχτα. Για να μη μου χαλάσει την καρδιά, η καλή μου η Στελίτσα, με κέρασε τρία ολόκληρα γλυκά! Τα δύο κατάφερα, το τρίτο με βαριά καρδιά -αλλά πιο βαρύ... στομάχι- το πέταξα. Κάποια ταινία με τον Λουί Ντε Φινές έπαιζε κι εγώ μίσησα από τότε τον... Φαντομά, αλλά ουδέποτε τα ολόγλυκα «νεγράκια»!

Οι σαΐτες καρφωμένες στην οθόνη, η θορυβώδης γαλαρία, το χαρακτηριστικό γκρρρρρρ της μηχανής προβολής, το αγιόκλημα στις καλοκαιρινές μάντρες, οι τζαμπατζίδες απ' τις γύρω ταράτσες στιγμιότυπα κι εικόνες σκόρπιες, που ευχάριστα ανασύρω απ' τη μνήμη και παραδίνομαι στη γλυκιά νοσταλγία τους.

«Η συνέχεια επί της οθόνης»....

ΗΤΑΝΕ ΕΝΤΕΚΑ

Ήτανε έντεκα.

Ήταν κι αυτή η λάμψη από τα μαύρα μάτια της. Ήταν κι ένα ποτήρι άσπρο κρασί ακουμπισμένο δίπλα στο κρεβάτι. Άλλες αισθήσεις δεν ήτανε μαζί, μονό η γεύση κι ένα ανεπαίσθητο σφίξιμο στο στήθος. Το χέρι μου είχε ξεχαστεί στης τρυφερής της πλάτης την ασπράδα κι όσο κι αν έψαχνα τα χείλη της, τα χείλη μου -παραδομένα στο γλυκό της μέθης μούδιασμα- αδυνατούσαν κι άλλο φιλί της να ζητήσουν.

Ήτανε έντεκα.

Ήταν κι εκείνο τ' άγουρο φτερούγισμα μέσα στης νύχτας την απρόσμενη μαγεία, που την παρέδωσε γλυκά στου έρωτα το ξαφνιασμένο κάλεσμα, στης νύχτας τ' ανατριχιασμένο χάδι και στου κρασιού την ασυνήθιστη απόλαυση. Μια χούφτα λάβα η τρυφερή της η παλάμη έκλεινε, που το κορμί μου πυρπολούσε όπου ακουμπούσε κι όσο τ' ατέλειωτα μαλλιά της με χαϊδεύανε, τι θέλει ο άγγελος στης κόλασης το ζόφο δε ρωτούσα.

Ήτανε έντεκα.

Ήμουν σαράντα κι ήτανε άνοιξη. Ήτανε να ‘ρθεις κείνο το βράδυ, μα δεν ήρθες. Κι όλου του κόσμου το γαλάζιο πλημμύρισε την κάμαρα και ένας κόμπος είπα με πνίγει από μετάξι. Πάνω πετάχτηκα κι ήταν αυτή η κάμαρα, που όταν δεν έρχεσαι της μοναξιάς μου το σαρκίο συντροφεύει, μ' ένα σεντόνι -ίδιο σκοινί- να κλέβει τις ανάσες μου κι ένα γυαλί βαθειά μπηγμένο στην πατούσα.

Πάλι το όνειρο έγινε εφιάλτης κι ήτανε πια πέντε παρά τέταρτο...

ΧΑΒΑΗ - ΑΙΓΙΝΑ: 1-4!...

Μόλις πάψω να ‘μαι ελαστικός με τον εαυτό μου, βρίσκω τις ισορροπίες μου. Δεν είναι να του αφήσω περιθώριο, είναι ικανός ανά πάσα στιγμή ν' ανακαλύπτει αιτίες για γκρίνια και κριτική. Ουφ!... Για το ένα. Αχ!... Για το άλλο. Και δώσ' του αυτό το γαϊτανάκι του ανικανοποίητου και της καθημερινής μουρμούρας.

Τον άφησα σπίτι αυτό το Σαββατοκύριακο. Δεν ξέρω αν ήταν κι ο... Θωμάς μαζί του -έχετε ακούσει δα για κανέναν άλλο, που αυτή την εποχή να τον ψάχνουνε διαρκώς στο σπίτι; Έφυγα για Αίγινα! Ούτε καν μέχρι το λιμάνι δεν τον άφησα να κατέβει, έστω για να μ' αποχαιρετήσει. Μ' ένα βροντερό και εξίσου αποφασιστικό «όχι» μου τον ανάγκασα να λουφάξει στον καναπέ στη συνηθισμένη του θέση, απέναντι απ' την τηλεόραση με το τηλεκοντρόλ στο χέρι. Μόνος κι έρημος...

Τα πολύχρωμα ρούχα της παρέας φανέρωναν με την πρώτη ματιά τις διαθέσεις. Το κόκκινο και το πορτοκαλί ανακατεμένα με το λευκό και το μπλε των τζιν φώτιζαν το πρωινό κι έκρυβαν το σκονισμένο γκρίζο του ουρανού. Το κακαριστό γέλιο της Λίζας κι οι ξεκαρδιστικές φάρσες του Δημήτρη έκαναν την παρέα συντροφιά και τους άγνωστους γνωστούς. Αν υπήρχαν καθηγητές -δεν υπήρχε περίπτωση- θα μας βάζανε στη μαύρη λίστα, πιο πολύ φασαρία κι απ' το Γυμνάσιο των Αμπελοκήπων που ταξίδευε μαζί μας κάναμε!

Μια ανάσα από τον Πειραιά, η Αίγινα, σεμνή και πανέμορφη. Κάθε στιγμή, σε κάθε γωνιά της που βρεθήκαμε, νοιώσαμε τη γλύκα και τη ζεστή καρδιά των ανθρώπων της. Εμείς με τις τρέλες και τις φωνές μας κι οι ντόπιοι με το χαμόγελο και τον καλό λόγο.

Ο καθένας μας έβρισκε την αφορμή που ζητούσε να νοιώσει την καρδιά του να πεταρίζει σαν λεύτερο πουλί. Το έβλεπες στη λάμψη των ματιών, στην έξαψη της φωνής, στη γρηγοράδα των χειρονομιών, στις αγκαλιές και στα φιλιά. Οι δρόμοι έγιναν δικοί μας, τα σοκάκια σεργιάνισαν τη λαχτάρα μας, τα ταβερνάκια και τα ουζάδικα αγκάλιασαν τα φυλλοκάρδια μας.

Οι εικόνες προσπερνούσαν μα δεν έφευγαν, στέκονταν χορταστικές και πρόσχαρες, ώσπου να φτάσουν βαθειά στης μνήμης τους λαβύρινθους για να μπερδευτούν η μια με την άλλη σ' ένα υπέροχο παζλ, δεμένο με τους ήχους και τις μυρωδιές, με τις γεύσεις και τ' αγγίγματα της στιγμής.

Ζαρζαβατικά και φρούτα πάνω σε καΐκια, πάπιες που χοροπηδάνε για μια φέτα ψωμί, άνθρωποι σκυμμένοι με κατάνυξη για ν' ακούσουν το «τικ τακ», μπουκαβίλιες σκαρφαλωμένες σε μάντρες γεμάτες μοσχοβολιά, γωνιές ιστορίας μ' έντονη τη σφραγίδα του Καποδίστρια, τσίκνες και μυρωδιές δίπλα στην ψαραγορά. Φιστίκια και κεραμικά. Το χτες και το σήμερα.

Μπορεί να μην είναι η... Χαβάη, είναι όμως η Αίγινα. Έτσι απλά, γιατί -στο τέλος-τέλος- το απλό νοιώθω να λείπει απ' τη ζωή μου... Το απλό, το άμεσο, το απέριττο, το ειλικρινές, το εγκάρδιο.

Έτσι ένοιωθα γυρίζοντας σπίτι, γεμάτος από ομορφιά, πλημμυρισμένος με ηρεμία, πλούσιος σε συναισθήματα. Και με έκπληξη διαπίστωσα καθώς ακουμπούσα κατάκοπος τη βαλίτσα, πως ο... εαυτός μου δεν ήταν καθισμένος πια στον καναπέ κι η τηλεόραση ήταν κλειστή. Άνοιξα τα παράθυρα κι η άνοιξη όρμησε μέσα. Έψαξα στην κουζίνα και στην κρεβατοκάμαρα, μα εκείνος ο εαυτός μου δεν ήταν πουθενά, ούτε καν στο γραφείο!...

«Ουφ ξεφύσηξα -από ανακούφιση αυτή τη φορά- «Έγινα, επιτέλους, άλλος άνθρωπος!...»

Έτσι απλά!

ΦΤΑΙΕΙ Ο... ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΗΣ

«Εμ, δεν κρεμάσανε κανέναν ακόμα στο Σύνταγμα...»

Η φωνή ακούστηκε πίσω απ' την πλάτη μου κι ο βραχνός στόμφος της -μαζί κι η περιέργειά μου- μ' έκανε να γυρίσω. Είχε κόσμο το μετρό -όπως κάθε πρωί αυτή την ώρα- κι η μακρομαλλούσσα ξανθιά στο πλάι μου εμπόδιζε το οπτικό μου πεδίο. Στην επόμενη στάση οι μετατοπίσεις των επιβατών με βοήθησαν να βρεθώ σε καλύτερο σημείο. Έστησα αυτί πάνω απ' το κεφάλι τους. Η κουβέντα είχε προχωρήσει. Τι άλλο; Ντόπες και ντοπαρίσματα!...

Ο πενηνταπεντάρης -ίσως και περισσότερο- γκριζομάλλης μυστακοφόρος με τη βραχνή φωνή είχε «στριμώξει» τον κατά πολύ νεότερό του κουστουμαρισμένο διπλανό συνεπιβάτη του κι εξαπέλυε -μονολογώντας! - μύδρους... Φταίει ο Ιακώβου. Φταίει ο Λιάπης. Φταίει το ΠΑΣΟΚ -αυτό φταίει σταθερά για όλα! Φταίνε οι κινέζοι. Φταίει το σύστημα. Φταίει η κοινωνία...

«Όλοι φταίνε, κανείς όμως δεν πληρώνει», γύρισε απότομα και είπε με φανερό εκνευρισμό κάποια στιγμή. Η μακρομαλλούσσα -και μερικοί άλλοι- σαν να ξαφνιάστηκαν και τον κοίταξαν με απορία.

Κατέβηκα στο Σύνταγμα και σκεφτόμουνα πόσοι σαν κι αυτόν τον άνθρωπο σκέφτονται έτσι. Πόσο εύλογη αγανάκτηση είχε -μέσα στην ακρότητα και την υπερβολή της- η άποψη που διατύπωνε πριν λίγο ο μουστακαλής συνεπιβάτης.

Πόσες φορές, μόλις συμβεί κάποιο δυσάρεστο γεγονός, έχουμε ακούσει από λογής - λογής αρμοδίους τη διαβεβαίωση, πως «το μαχαίρι θα φτάσει στο κόκαλο»; Πόσες φορές έχουμε πάρει τη διαβεβαίωση από επίσημα χείλη, ότι «οι ένοχοι θα υποστούν τις κυρώσεις, όσοι υψηλά κι αν βρίσκονται»; Πόσες φορές έχουν... εκ των υστέρων συσταθεί επιτροπές έρευνας των αιτίων;

Ε, και; Ρωτάω εγώ. Άντε να την πληρώσει κανένας φουκαράς ή -αν δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά- κανένας... μικρομεσαίος. Υπεύθυνοι είναι άλλοι κι αυτοί οι «άλλοι» πάντα βρίσκουν τρόπο να ξεγλιστράμε και να μένουν στο απυρόβλητο. Δεν είναι υπεύθυνη η πολυνομία που υπάρχει. Δεν είναι υπεύθυνος ο τρόπος που λειτουργεί κι αποδίδεται η δικαιοσύνη. Δεν είναι υπεύθυνα τα παράθυρα και οι... μπαλκονόπορτες των νόμων. Δεν είναι υπεύθυνοι ούτε καν οι αετονύχηδες μεγαλοδικηγόροι.

Οι πραγματικοί υπεύθυνοι είναι εκείνοι που υπόσχονται, ότι, αν τους υπερψηφίσουμε, θα μας οδηγήσουν σε μέρες ευημερίας και περηφάνιας. Είναι εκείνοι που υπόσχονται ότι έχουν σχέδιο και πρόγραμμα για να κυβερνήσουν, που δίνει λύσεις σε όλα τα μικρά και μεγάλα μας προβλήματα. Είναι εκείνοι που την επ' αύριο των εκλογών έχουν ήδη ξεχάσει τι έλεγαν και διαχειρίζονται την κρατική εξουσία σαν φέουδο και σαν τσιφλίκι. Είναι εκείνοι που αρκούνται στο ελάχιστο, γιατί είναι ανίκανοι ή αδιάφοροι να οραματιστούν το μείζον.

Δεν είναι όλοι το ίδιο. Σωστά.

Για να δούμε, λοιπόν, ποιος «υπεύθυνος» είχε το πολιτικό ανάστημα και θάρρος ν' αναλάβει -έστω για μία φορά- ευθέως και χωρίς περιστροφές την πολιτική ευθύνη για κάποιο δυσάρεστο γεγονός, για κάποιο γεγονός που συντάραξε την κοινή γνώμη, αποφεύγοντας την εύκολη διέξοδο της ατέρμονης αναζήτησης «υπευθύνων» δεξιά κι αριστερά ή χωρίς να κρυφτεί πίσω απ' την έρευνα της «ανεξάρτητης δικαιοσύνης».

Είμαστε άδικοι κι υπερβολικοί ως πολίτες. Ωραία. Ας μας διδάξουν με το παράδειγμά τους οι ταγοί μας κι ύστερα ας έρθουν να μας ζητήσουν την ευθύνη...

ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΑΙ... ΝΟΥΜΕΡΑ

3655. Σας λέει κάτι αυτός ο αριθμός; Λαχείο; Χιλιόμετρα; Ευρώ; Όχι, όχι! Τίποτε απ' αυτά. Είναι ο νέος Νόμος για το Ασφαλιστικό! Νόμος 3655 «Διοικητική και οργανωτική μεταρρύθμιση του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης και λοιπές ασφαλιστικές διατάξεις»... Πάει κι αυτό. Έληξε -στα ψιλά των εφημερίδων- κι η απεργία των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος. Πάπαλα, λοιπόν, η... «βόμβα» απενεργοποιήθηκε, εκτός αν ήταν κι αυτή -όπως τα σκευάσματα- κινέζικης προελεύσεως!

Τρεις χιλιάδες εξακόσιοι πενήντα πέντε νόμοι έχουν ψηφιστεί από το 1975 μέχρι σήμερα. Κανονικά με τόσους νόμους όλα θα έπρεπε να λειτουργούν ρολόι κι η ζωή μας σ' αυτόν τον τόπο να κυλάει σαν καλολαδωμένη μηχανή.

Γιατί εγώ τότε δεν τα βλέπω όλα αυτά;

...Ναι, είμαι συνέχεια μ' ένα ρολόι στο χέρι, αλλά μόνο για να τρέχω να προλάβω το λεωφορείο, τις δόσεις, να χτυπήσω κάρτα, να μη σε στήσω, να μην εκσπερματώσω πρόωρα... Ναι, είναι και παραείναι «καλολαδωμένη» η μηχανή, αλλά μου έχει βγει... το λάδι να χώνω φακελάκια δεξιά κι αριστερά για να πάρω από άδεια γάμου μέχρι άδεια... αναψυκτηρίου κι από αριθμό προτεραιότητας μέχρι αριθμό κυκλοφορίας!

Κι οι μόνοι -φυσικά- που δεν φταίνε για το αλαλούμ είναι οι πολυάριθμοι νόμοι! Οι νόμοι που κάποιοι τους έχουν δει σαν το γιατρικό -ή μήπως άλλοθι;- «δια πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν» που συμβαίνει σ' αυτή τη χώρα.

Τώρα -διαβάζω- ετοιμάζεται και νόμος για το blogging! Αυτός μας έλειπε!... Πώς να το κάνουμε όμως; Αφού οι πατέρες του Έθνους αριθμώντας νόμους επί τόσα χρόνια είδαν να λύνονται τ' αναρίθμητα προβλήματά μας, έφτασε κι η ώρα να κάνουν ένα ακόμα νούμερο, αυτό που θα βάλει τάξη -λέει- και στην ελληνική bloggo-σφαιρα.

Αριθμοί και νούμερα ευημερούν κι επί των ημερών μας σ' αυτή τη χώρα!... Μόνο ο Tsagar πάει και σ' αυτό κόντρα στο ρεύμα, καταργώντας πριν λίγες μέρες -παρά τις αντιδράσεις- όλους τους αριθμούς από τα blogs της LIFO!... Για τα νούμερα έχω ακόμα κάποιες επιφυλάξεις... Εύκολο είναι;

ΒΡΑΔΙΑΖΕ ΟΜΟΡΦΑ ΑΠΟΨΕ

Βραδιάζει όμορφα απόψε. Βρέχει κι οι δρόμοι -αν και Τετάρτη- σφύζουν γεμάτοι ακινησία. Η νύχτα όμως απλώνεται αργά-αργά πάνω στην πόλη με μια γλυκιά υγρή νωχέλεια.

Ούτε που ξέρω πού βρίσκεσαι. Πού είσαι. Μόνη; Με άλλους; Άλλον;

Βραδιάζει όμορφα απόψε. Η νύχτα απλώνεται στο δρόμο, που γυαλίζει απλώνοντας μέσα μου αργά-αργά κάτι απ' την υγρή της λάμψη. Γύρω οδηγοί μοιράζονται με νεύρα τη νωχέλεια.

Τα μάτια σου πού να κοιτάζουν; Ποιας εικόνας ομορφαίνουνε την ύπαρξη. Η λάμψη τους ποιον άραγε απόψε ζωγραφίζει;

Βραδιάζει όμορφα απόψε. Έκλεισα τους υαλοκαθαριστήρες -σταματημένος, τι να κάνουν; Όπως τα φώτα ντύνουνε δειλά-δειλά τη νύχτα βγαίνω από μέσα μου να σεργιανίσω. Κάθε σταγόνα της βροχής πάνω στα τζάμια κρύβει απ' τους άλλους την αναχώρησή μου.

Κάποιο τραγούδι θα ακούς ή μήπως κάπου πίνεις τον καφέ σου; Συνήθειες αν άλλαξες και στέκια, η σκέψη μου -ακροπατώντας στη διαίσθηση- το βρίσκει.

Βραδιάζει όμορφα απόψε. Ναι, το θυμάμαι!... Βράδια -σαν απόψε- η αγκαλιά σου έκρυβε κάτι από το ρίγημα της θλίψης, καθώς οι ώρες οι κρυφές αδημονούσαν, αντί να σταματήσουν μαγεμένες.

Κι αν κάποια ανοησία κάνεις, ποιος το κρίνει; Κι αν αγαπάς ή υποφέρεις, ποιος υπάρχει, τις άκρες των ματιών σου να φιλήσει;

Βραδιάζει όμορφα απόψε, όπως κάθε βραδιά που έρχεσαι -αργά-αργά- ν' απλώσεις στου μυαλού μου τη σκοτεινή οθόνη, όλο το φως κι όλο το χρώμα που υπάρχει βαθειά, πολύ βαθειά, στους λαβυρίνθους της καρδούλας μου κρυμμένο.

Βράδιαζε όμορφα απόψε κι αν καταφέρω αυτή την ομορφιά να κλείσω στ' άσπρο σεντόνι -σαν να ‘ναι στ' όνειρό μου- ίσως τα μάτια με το ξημέρωμα αν ανοίξω, ένα άλλο βράδυ να λαχταρώ να ξαναζήσω.

ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΨΕΜΜΑ

Μικρός κάθε τέτοια μέρα είχα αγωνία. Μεγάλη αγωνία. Από τη μια αγωνιούσα πώς θα καταφέρω με πειστικό τρόπο να πω το ψέμα μου -το ποιο θα ‘ταν αυτό δεν μ' απασχολούσε- κι απ' την άλλη αγωνιωδώς αναζητούσα πίσω απ' τα λόγια των φίλων και συμμαθητών ν' ανακαλύψω το ψέμα τους.

«Δεν θα έρθει σήμερα η κυρία Λίτσα. Είναι άρρωστη!» κορόιδευα πρωί-πρωί τους πιτσιρικάδες συμμαθητές μου. Εκείνοι, έκαναν πάλι το κατόρθωμα να με πειράξουν για το... αμόρε μου, λέγοντας τάχα εμπιστευτικά: «Η Κάτια τα ‘φτιαξε με το Γιάννη. Τους είδαμε χτες χέρι-χέρι πίσω απ' τις βρύσες!»...

Μεγαλώνοντας μεγάλωνε κι η αγωνία μου. Το χειρότερο είναι ότι αποχτούσε και διάρκεια. Μεγαλώνοντας διαπίστωνα, ότι το ψέμα δεν ήταν μόνο πρωταπριλιάτικο πείραγμα ή αστείο κι η προσπάθειά μου -βλέπε αγωνία μου- να τ' ανακαλύψω περισσότερο κοπιώδης και δύσκολη. Ακόμα, διαπίστωνα, ότι το ψέμα είναι κάτι που μπορεί να μετρηθεί!... Και με το μέγεθος, αλλά και με το βάρος!...

«Έλα, μωρέ!... Για ένα ψεματάκι κάνεις έτσι;» άκουσα σαν δικαιολογία πολλές φορές ή «Αυτό το ψέμα δε μπορώ να το σηκώσω!» αναφώνησα ενίοτε μ' αγανάκτηση.

Τελικά, νομίζω, ότι το ψέμα είναι συνυφασμένο με τις ανθρώπινες δραστηριότητες και σχέσεις κι αποτελεί μία από τις όψεις της αλήθειας. Έχετε ακούσει ποτέ να λένε για «κατά συνθήκη αλήθεια»; Ασφαλώς όχι. Για «κατά συνθήκη ψεύδη» όμως σίγουρα έχετε ακούσει!...

Έτσι, έπαψα με τον καιρό να έχω αγωνία για το θέμα αυτό -άλλωστε υπάρχουν τόσα πολλά που έχω για ν' αγωνιώ καθημερινά- και αποδέχομαι τα πάντα ως αληθινά ή ως εν δυνάμει αληθή. Τίποτε πια δεν μου φαίνεται απίθανο να συμβεί, ούτε παράδοξο ν' ακουστεί. Όλα «παίζουν» μέσα στις κοινωνικές συνθήκες που παγκοσμίως έχουν κυριαρχήσει. Η ανάπτυξη των τεχνολογιών, ο καταιγισμός των πληροφοριών κι η πολυπλοκότητα της ανθρώπινης συμβίωσης στην εποχή μας, το ευνοούν...

Κι όταν ακούω, ότι κάπου «έλαμψε η αλήθεια» μου ‘ρχεται να γελάσω. Ποια άραγε αλήθεια αναρωτιέμαι, αυτή που ξέρουν, εκείνη που νομίζουν ή η κάποια άλλη που δεν έμαθαν ακόμα...

Καλό μας μήνα!!

ΗΜΟΥΝΑ ΜΟΝΑΧΟΠΑΙΔΙ

30 Μαρτίου. Χτες στο «Ολύμπιον» είδα με τον πατέρα μου τις «Διπλοπενιές». Το απόγευμα τσακώθηκα στο επιτραπέζιο με το Δημητράκη της κυρα-Καίτης. Η Μαίρη -η αδερφή του- είχε πάρει το μέρος μου. Εγώ τα είχα πάρει άγρια. Το εισιτήριο για τους Αγίους, μία και τριάντα. Τόσα ακριβώς είχα στην τσέπη. Το λεωφορείο. Το 114. Το πήρα κρυφά. Πρώτη φορά έμπαινα μόνος. Ούτε που το σκέφτηκα...

Στην κλινική Κοκκολάκη προχτές γεννήθηκε ο αδερφός μου. Έκλαιγε. «Τι γυρεύεις εσύ εδώ;» μου είπε αναστατωμένη η μάνα μου μόλις με είδε και γύρισε απ' την άλλη. Η κυρα-Καίτη καθόταν στο κρεβάτι και τη βοηθούσε μαζί με μια νοσοκόμα. «Δεν πιάνει ρώγα» έλεγαν. Νεύρα. Λούφαξα σε μια γωνιά. Δίπλα μια άλλη γυναίκα ξαπλωμένη κι αυτή με κοιτούσε χαμογελαστή. «Πώς σε λένε μικρέ μου;» Σε μια στιγμή από τ' άσπρο μεταλλικό κομοδίνο έπεσε κι έσπασε ένα γυάλινο πράμα μ' ένα λάστιχο στην άκρη. «Ωχ!... Πάει το θήλαστρο» στρίγκλισε η νοσοκόμα. Φοβήθηκα. Δεν καταλάβαινα γιατί δεν του άρεσε. Για να με κάνουν να κόψω το γάλα της μάνας μου μέχρι κινίνο έβαλαν επάνω. Τελικά -μου είχαν πει- φοβήθηκα μια αποκριάτικη μάσκα...

Το μωρό ήρθε σπίτι. Τρυπήσαμε τον τοίχο για να βγει έξω το μπουρί. Ο Θοδωράκης -ο παιδίατρος- είπε ν' αλλάξουμε αμέσως την παλιά σόμπα. «Πίτσος» ήτανε η καινούργια. Ήμουν χαρούμενος. Για τη σόμπα. Το μωρό όλο έκλαιγε κι ήταν αδύνατο. Δεν έπιασε ποτέ βυζί. Έπιασε όμως τη θέση δίπλα στη μάνα και τον πατέρα μου στο διπλό κρεβάτι. Εκεί μένει ακόμα, μέχρι και σήμερα που έχει πάλι τα γενέθλιά του...

Να τα εκατοστίσεις!!!

ΟΙ ΚΟΥΡΝΤΙΣΤΟΙ ΜΠΟΞΕΡ


Η παρέλαση είχε τελειώσει. Στο λεωφορείο για το γυρισμό ο πατέρας προσπαθούσε να μου λύσει την απορία, γιατί οι αλυσίδες των τανκς δεν έσκαβαν την άσφαλτο. Είχε λιακάδα και στο δρόμο για το σπίτι κλωτσούσα πού και πού καμιά πέτρα από τις πολλές που έβρισκα στο βηματισμό μου...

«Τα καλά σου παπούτσια φοράς...» ακούστηκε τότε η υπενθύμιση, με το γνώριμο ήρεμο, μα ταυτόχρονα κι αυστηρό ύφος του πατέρα μου.

Τα καλά μου φορούσα, με το γκρι μου κουστούμι με το κοντό παντελονάκι, τ' άσπρο πουκάμισο και τη μπλε γραβάτα -πόσο, αλήθεια, όλο το πρωί με έπνιγε- και τα μαύρα γυαλιστερά ολοκαίνουργια λουστρίνια.

Το σπίτι ήταν μακριά απ' τη στάση που μας άφησε το λεωφορείο. Βυζαντίου 8. Ο καταπράσινος περιποιημένος κήπος μπροστά -το μεράκι της μάνας μου- είχε την ευωδιά απ' τις βιολέτες, αλλά και τα ζωντανά χρώματα απ' τους πανσέδες, τα «σκυλάκια», τις γαρδένιες, τις μαργαρίτες. Η άνοιξη έφτανε στην ώρα της τότε, καθώς οι εποχές δεν είχαν εξοστρακιστεί ακόμα απ' το τσιμέντο κι απ' τη ρύπανση. Μπαίνοντας ξεκούμπωνα άρον-άρον το λάστιχο της γραβάτας...

«Κοίταξε τι σε περιμένει!...» ακούστηκε η φωνή της μάνας μου απ' την κουζίνα, ανακατεμένη με το τσιρτσίρισμα του λαδιού στο τηγάνι.

Η καρδιά μου χτύπησε με λαχτάρα κι ένα σφίξιμο μούδιασε το στήθος μου. Ήξερα πού να κοιτάξω... Πάνω στο μπουφέ της σάλας -δίπλα στο τεράστιο ραδιόφωνο telefungen- ήταν ακουμπισμένο ένα πακέτο τυλιγμένο σε πολύχρωμο χαρτί, «Παιχνίδια Δενέγρη» έγραφε σε πολλές μεριές κι ο φιόγκος ήταν κάτασπρος, φουντωτός, τεράστιος!

Τα παιδικά μου πακέτα!... Τα παιδικά μου δώρα! Πόσο σημαντικά ήταν!... Σήμαιναν γιορτή, σήμαιναν χαρά, σήμαιναν αγάπη, σήμαιναν τόσα και τόσα ξεχωριστά και μοναδικά πράγματα. Συνήθως η αξία τους δεν ήταν μεγάλη ή μάλλον ήταν ασήμαντη, αλλά τα μεγέθη κι οι αξίες τότε μετριόντουσαν εντελώς διαφορετικά. Η προσμονή κι η λαχτάρα ήταν εκείνο που τους έδινε αξία. Η χειρονομία και το ενδιαφέρον ήταν αυτό που επισκίαζε το μέγεθος. Ίσως να ‘ναι κι η ανάμνηση αυτών των χρόνων -των παιδικών- που όσο ξεμακραίνουν εξωραΐζονται κι όλα φαντάζουν ιδανικά και παραμυθένια. Ίσως να ‘ναι κι ότι τα πακέτα με τα δώρα έρχονταν σπάνια και κατά κανόνα για κάποιο λόγο. Ίσως...

Από τότε έχω πάρει κι έχω πάρει δώρα. Τι να πρωτοθυμηθώ; Βιβλία εξαιρετικά, ρούχα ιδιαίτερα, ρολόγια και μανικετόκουμπα επώνυμα, ποτά όλων των λογιών, λουλούδια σε πανέμορφα καλάθια, στυλό και πέννες πανάκριβες, δίσκους με αγαπημένα τραγούδια, συλλεκτικά -τα λατρεύω- διακοσμητικά γραφείου. Εξακολουθώ, όμως τέτοιες μέρες να θυμάμαι με συγκίνηση εκείνο το παιδικό παιχνίδι της πρώτης δημοτικού, τους δυο λιλιπούτειους κουρντιστούς μποξέρ με το κόκκινο και μπλε σορτάκι -το δώρο για τη γιορτή μου από τη δασκάλα μου στο σχολείο- που βρήκα ακουμπισμένο στον μπουφέ της σάλας το μεσημέρι εκείνης της 25ης Μαρτίου...

ΔΩΣΕ Ο,ΤΙ ΕΧΕΙΣ... ΔΩΣΕ ΟΠΟΥ ΘΕΣ

Η αμφιβολία με βασάνιζε από ώρες. Αμφιταλαντευόμουν στο ναι και στο όχι, πηγαίνοντας πότε στην κουζίνα για συμπλήρωμα καφέ και πότε στο γραφείο για να διαβάσω. Η πολυθρόνα του σαλονιού με κοιτούσε ξαφνιασμένη να την προσπερνώ προβληματισμένος. Κάπου στο ενδιάμεσο άκουσα και τον Αλαβάνο ν' απαγγέλει στη Βουλή μια παιδική προσευχή του Ρίτσου. Ο Θεός να βάλει το χέρι του -σκέφτηκα πιο ύστερα- όταν πήρε τ' αυτί μου τον Καρατζαφέρη να υπερασπίζεται τον Λαμπράκη και τον Παναγούλη...

Η μέρα σήμερα έχει πολλές αφορμές για να ‘ναι ξεχωριστή. Είναι μια νέα μέρα, που μου έδειξε το πρόσωπό της. Ξύπνησα πάνω στο ζεστό μου κρεβάτι. Αισθάνθηκα ένα χέρι να ψαχουλεύει τρυφερά το κεφάλι μου και μια φωνή να με ρωτά ψιθυριστά: «Ξύπνησες;» Στάθηκα όρθιος, γερός και υγιής. Είδα τα παιδιά μου να φεύγουν για το σχολείο. Μύρισα τη βροχή στο χώμα κι είδα τα σπουργίτια ν' αναζητάνε καταφύγιο στη μαρκίζα. Μίλησα με φίλους στο τηλέφωνο. Έψαξα για κανένα e-mail και διάβασα πρωινή εφημερίδα. Αγκάλιασα την καθημερινότητα του σπιτιού μου. Επισκέφθηκα τον οικείο πια χώρο στη lifoland.

Εσύ τι κάνεις;

Τελικά, εμείς καθορίζουμε τις μέρες κι όχι οι μέρες εμάς. Κάθε μέρα μπορεί για τον καθένα να 'ναι ιδιαίτερη και ξεχωριστή. Τι κι αν σήμερα είναι -λέει- αφιερωμένη στην ποίηση; Πειράζει;

Ποίηση; Ποίηση!... Αδέσποτα; Αδέσποτα!...

Έχουμε τόσους λόγους για να επικοινωνούμε, για να συναντιόμαστε, για να σμίγουμε τις ιδέες μας και τις διαφωνίες μας, τις χαρές και τις λύπες μας. Κι αν δεν έχεις εσύ κέφι σήμερα τι έγινε; Πειράζει; Αύριο ίσως δεν θα ‘χω εγώ κι έτσι πατσίζουμε! Δεν το κάνουν οι μέρες, εμείς το κάνουμε, οι άνθρωποι. Και δεν το κάνουμε με το ζόρι.

Τι κοιτάς; Δεν το κάνουμε -λέω- με το ζόρι!... Όπως κι άλλα πράγματα... Τουλάχιστον αυτά που περνάνε απ' το χέρι μας. Εμείς τα ρυθμίζουμε, εμείς τα επιλέγουμε, εμείς τ' αποφασίζουμε.

Κάθε μέρα είναι ξεχωριστή. Ξέρεις -θαρρώ- ότι είναι και μοναδική...

Συνειδητοποίησα την καθημερινότητα αυτές τις μέρες. Σήμερα την είδα από μια άλλη όψη. Είναι τόσο σπουδαία!... Μου έδειξε μόνη της τη λύση του σημερινού μου διλήμματος...

Ξεφύλλισα σκόρπιες σελίδες σε φακέλους. Θυμήθηκα στίχους. Κατέβασα κάποιες συλλογές. Μα, αποφάσισα να δώσω μια ακόμα πιο προσωπική πινελιά στη μέρα!... Κάτι δικό μου, για μένα, για σένα, για τη μέρα, για το τώρα που είναι πια πριν λίγο...

Δώσε όπου θες τα χείλη, τα φιλιά σου.

Δώσε όπου θες τα χέρια, τ' άγγιγμά σου.

Δώσε όπου θες τον νου και την καρδιά σου.

Μονάχα όσα ζήσαμε μαζί, μη δώσεις σαν ο χρόνος θα περάσει.

ΡΑΜΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ... ΓΟΝΥ ΜΟΥ!

Λοιπόν, μου συνέβη κι αυτό!...

Δεν είμαι προληπτικός -ή έτσι λέω τουλάχιστον- αλλά, αφού με το δεξί πόδι σηκώθηκα απ' το κρεβάτι το πρωί, καθρέφτη δεν έσπασα, μαύρη γάτα δεν είδα -ούτε παπά, το σταυρό μου τον έκανα φεύγοντας, κάτω από σκάλα δεν πέρασα, πώς έγινε και μου ‘τυχε αυτό δεν μπορώ να καταλάβω.

Έπεσα από τον ηλεκτρικό!... Στο Μοναστηράκι, την Κυριακή το πρωί!

Ναι, καλοί μου φίλοι, αν είδατε -επειδή έχω καταλάβει ότι πολλοί από σας κάνουν στην περιοχή τις τσάρκες τους- κάποιον να πάει να βγει απ' το βαγόνι και ξαφνικά να πέφτει εγώ ήμουνα!

«Προσοχή στο κενό μεταξύ συρμού και αποβάθρας».

Κάθε μέρα το ακούω, αλλά δεν την παίρνω την κυρία που μου το λέει καθημερινά στα σοβαρά.

«Σιγά μη συμβεί σε μένα»

Μιλάμε για κενό, όχι αστεία! Ιδιαίτερα τα τελευταία βαγόνια στο ρεύμα προς Κηφισιά απέχουν από την αποβάθρα πολύ. Δεν πήρα και μεζούρα να το μετρήσω, αλλά το ποδαράκι μου χώρεσε ανετότατα κι ας φοράω και 43 νούμερο παπούτσι!

Κάτι ο συνωστισμός -έλεος πια, αποσύρθηκε είπαμε το βιβλίο- στην αποβάθρα, κάτι μια γιαγιά με κάτι τεράστιες μαύρες σακούλες, κάτι μια στιγμιαία αφηρημάδα και νάτο το... 166!

Οι άνθρωποι των ΗΣΑΠ, από το νεαρό σεκιουριτά μέχρι τους υπαλλήλους στα εκδοτήρια, έκαναν ό,τι μπορούσαν να με φροντίσουν... Να μωρομάντιλα που είχαν πρόχειρα, να χαρτομάντιλα, να τα χανζαπλάστ -η αλήθεια είναι ότι λίγο το φαρμακείο του σταθμού θέλει ενίσχυση για να μην αναγκάζονται να τρέχουν για φαρμακευτικό υλικό στο μετρό- με παρέδωσαν στους ανθρώπους του ΕΚΑΒ -ευχαριστώ παλικαριά μου- με τις θερμότερες ευχές τους για περαστικά!

Τελικά, τα ραμματάκια δεν τα γλύτωσα, γλύτωσα όμως το σπάσιμο κι απ' ότι μου είπε ο χειρουργός στο Γενικό Κρατικό, ήμουν ο ένας στους δέκα που έπεσε εκεί μέσα και δεν έσπασε το πόδι του... Γερό κόκαλο ο δικός σου!

Τώρα, όμως -και ασφαλώς υπό την επήρεια της φαρμακευτικής αγωγής- σκέφτομαι, αν δεν είναι δυνατόν τεχνικά ν' αντιμετωπιστεί το χάσμα -όχι των γενεών, αυτό δεν αντιμετωπίζεται με τίποτα(!)- μεταξύ βαγονιού και αποβάθρας, επειδή ο σταθμός αυτός είναι πάνω σε στροφή, μήπως θα μπορούσε να τοποθετηθεί στη γωνία του κρασπέδου ένα ελαστικό υλικό -τόσες εφαρμογές έχει η χημική βιομηχανία πια στην εποχή μας- αντί να έχει αυτό το σίδερο-καρμανιόλα, που -άσχετα αν εγώ στάθηκα μέσα στην ατυχία μου τυχερός- είναι σκέτος δήμιος για όποιο πόδι κατά λάθος πέσει πάνω του; Κι αν είναι κανένα καλλίγραμμο κι όχι... τριχωτό σαν το δικό μου, αμαρτία δεν θα ‘ναι;

ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΕΡΑ

Αν σε ρωτήσω «Τι ξέρεις για το Μεσολόγγι τι θα μου απαντήσεις άραγε; Τη λιμνοθάλασσα; Την έξοδο; Τα χέλια; Τ' αλάτι; Τον Τρικούπη ή τον λόρδο Βύρωνα; Τον Παλαμά ή τον Μπότσαρη; Τα ουζερί ή τα καφέ; Ό,τι και ν' απαντήσεις, θαρρώ, θα ‘σαι μέσα! Το Μεσολόγγι είναι πάντα εκεί, φιλόξενο, δημιουργικό, φορτωμένο μνήμες, ζωντανό κι ελκυστικό.

Την τελευταία φορά που είχα βρεθεί εκεί, αφέθηκα κάτω από το ψιλοβρόχι να με σεργιανούν τα βήματά μου στον κήπο των ηρώων. Γυρίζοντας προς την κεντρική πλατεία μπήκα στον πειρασμό να επισκεφθώ το παλιό Δημαρχείο για να ξαναθαυμάσω τις πανέμορφες γκραβούρες του Friedel, τελικά κάτι η βροχή κάτι η παρέα με τράβηξαν για μια ακόμα φορά προς τα σοκάκια με τα γραφικά ουζερί και τα πολύχρωμα καφενεδάκια τους. Όλα έσφυζαν από ζωή.

Μπήκαμε στο πιο απέριττο, μυρωδιά οινοπνεύματος και στα τραπεζάκια γκρίζα κεφάλια. Πέσαμε στα ούζα με τον εξαιρετικό μέσα στην απλότητά του μεζέ -αυγοτάραχο, ντομάτα, ελιά, τυρί κι άγριο αγκιναράκι- και η συζήτηση δίπλα στη σόμπα άναψε. Κάποια στιγμή το δρομάκι έξω πλημμύρισε φωνές και ζωηρά γέλια. Μια παρέα νέων, που περνούσε, έντυσε το δρομάκι με ζωντάνια, χρώματα, νιάτα.

«Φοιτητές!» είπαμε μ' ένα στόμα.

Τους χρειάζεται τους νέους το Μεσολόγγι. Όπως τους χρειάζονται και τ' Αγρίνιο, η Φλώρινα, η Σητεία, η Χίος κι η Κοζάνη... Τα Τ.Ε.Ι. είναι «γεννήτριες» κι οι σπουδαστές οξυγόνο γι' αυτές τις πόλεις της περιφέρειας. Της ελληνικής περιφέρειας με τον φυσικό πλούτο κι ομορφιά, την ιστορική παράδοση και μνήμη, την πηγαία εργατικότητα κι ενδιαφέρον, το δημιουργικό πνεύμα και ταπεραμέντο, αλλά και το παράπονο της εγκατάλειψης και της αδιαφορίας, το λυγμό του ξεριζωμού και την πίκρα της ξενιτιάς, το μαρασμό της γης και το γέρασμα των ανθρώπων της.

Κόπηκαν για φέτος 2.000 θέσεις εισακτέων από τα Πανεπιστήμια Αθήνας και Θεσσαλονίκης για να μεταφερθούν στην περιφέρεια, στο όνομα της αποκέντρωσης, όπως ανακοίνωσε ο υπουργός Παιδείας. Ταυτόχρονα, διαβάζουμε στα χτεσινά «Νέα»:

«Την ίδια στιγμή γίνεται φανερό ότι για αρκετά ΤΕΙ επιφυλάσσεται χρόνο με τον χρόνο μια προοπτική που μοιάζει πολύ με την πολιτική του ώριμου φρούτου: «Κλειστόν λόγω ελλείψεως σπουδαστών». Οι περισσότερες από τις 2.000 επιπλέον θέσεις που πάνε στην περιφέρεια αφορούν τμήματα με ελάχιστη έως και μηδενική κάλυψη θέσεων.
Σε δεκάδες ΤΕΙ σε Ηγουμενίτσα, Ηράκλειο, Καστοριά, Φλώρινα, Μεσολόγγι, Καβάλα, Δράμα, Άρτα, Λάρισα, Μουδανιά, Καλαμάτα, Κοζάνη, Άμφισσα, Καρδίτσα, Ληξούρι, Αργοστόλι, Ζάκυνθο, Καρπενήσι κ.λπ. οι σπουδαστές των δύο πρώτων ετών μετριούνται ήδη στα δάκτυλα, με αποτέλεσμα να οδηγούνται σε λουκέτο. Και όμως, σε αρκετά σε αυτά τα ίδια ΤΕΙ, το υπουργείο αποφάσισε αύξηση εισακτέων. Χαρακτηριστικό είναι λ.χ. το παράδειγμα του Τμήματος Γεωργικών Μηχανών Αρδεύσεων ΤΕΙ Λάρισας, στο οποίο πέρυσι εισήχθησαν μόλις 5 υποψήφιοι από τις (συνολικά) 190 προσφερόμενες θέσεις. Εφέτος σε αυτό το ΤΕΙ το υπουργείο αύξησε τις θέσεις στις 330!»

Ο λόγος που μένουν κενές οι θέσεις; Μα, πρώτος και καλύτερος το μέτρο της «Βάσης του 10» για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, που η κυβέρνηση μόλις πέρσι -και με το έτσι θέλω- θέσπισε!... Προφανώς δεν το θυμάται αυτό, ο κύριος Υπουργός, εφόσον ο ίδιος δεν υπηρετούσε τότε σ' αυτό το Υπουργείο...

Όμορφη ανάπτυξη της περιφέρειας κι αποκέντρωση... ευρηματικά σχεδιασμένη!... Στα λόγια.

Τι κοστίζουν άραγε τα παχιά λόγια για την αποκέντρωση κι οι «φουσκωμένοι» αριθμοί των εισακτέων; Μήπως κι όσοι μπούνε, βγαίνοντας -Θεού θέλοντος κι... υπουργείου επιτρέποντος- σ' άλλη χώρα θα ζήσουνε;

ΤΖΑΜΠΑ ΜΑΓΚΕΣ

Πέρασε κι αυτό το «εορταστικό» τριήμερο. Καθαρίσαμε και με την «Καθαρή Δευτέρα». Καλή Σαρακοστή, λοιπόν.

Απ' ότι φαίνεται, μας τελείωσαν κι οι ατέλειωτες διακοπές του ρεύματος και μας έμειναν μόνο για ν' ασχολούμαστε το «ανέκδοτο» του ασφαλιστικού, με ολίγη από κινητοποιήσεις, κάτι τις από «εργατολόγο» και μια σκέτο από βέτο.

Τελικά, η ζωή μ' εμάς τους Έλληνες είναι πολύ καλή. Ζούμε στην αρχαιότερη και πιο ένδοξη χώρα. Απολαμβάνουμε το ηπιότερο κλίμα και τον πιο καλό καιρό. Κολυμπάμε σε δαντελωτές ακτές και σε καταγάλανα νερά. Διαθέτουμε πλέρια δημοκρατία και κάνουμε εκλογές συχνότερα κι από την Ιταλία. Κονομάμε από χίλιες δυο μεριές και λογαριασμό δε δίνουμε σε κανέναν. Μπορούμε να χρωστάμε τα μαλλιοκέφαλά μας και ταυτόχρονα να σχεδιάζουμε την αγορά καινούργιου αυτοκινήτου. Μετατρέπουμε τα εορταστικά τριήμερα σε τετραήμερα ή πενθήμερα χωρίς να μας ψάξει κανένας. Δεν ανησυχούμε για τη λειτουργία των θεσμών, εφόσον λειτουργεί η τηλεόραση. Έχουμε θετική γνώμη για όλους αρκεί η γνώμη τους να συμπίπτει με τη δική μας. Τα γνωρίζουμε όλα από κούνια αν πηγαίνουμε κάθε Κυριακή στην εκκλησία. Στηρίζουμε με πάθος στις εκλογές το δικομματισμό αλλά λατρεύουμε όλες τις άλλες μέρες την Αριστερά.

Ζούμε μια ζωή στην κοσμάρα μας. Στην Ελλαδάρα μας. Με την ομαδάρα μας. Με την αποψάρα μας. Με την... τρομάρα μας. Ο κόσμος όλος αρχίζει και τελειώνει εκεί που αρχίζουν και τελειώνουν τα δελτία ειδήσεων ή άντε -στην καλύτερη περίπτωση- εκεί που τελειώνει η ζούγκλα κι αρχίζει το εξπρές του μεσονυκτίου.

Δεν ενοχλούμε κανέναν -αυτοθαυμάζοντας τα περασμένα μεγαλεία και τα περισσευούμενα κιλά της περηφάνιας μας- κι όμως όλο βρισκόμαστε μπλεγμένοι σε διεθνείς συνωμοσίες. Μόνοι εναντίον όλων, υπερασπιζόμαστε τα πατρογονικά οικόπεδα με μοναδική αυτοθυσία μπροστά σε κατασπαραγμένα κομμάτια πίτσας και σε ξεκοιλιασμένα κουτιά μπύρας. Δεν το συζητάμε, κάθε φορά που δημιουργείται κάποιο διεθνές πρόβλημα πάντα το δίκιο είναι με το μέρος μας και θεοί και δαίμονες έχουν συμμαχήσει να μας το πάρουν.

Έχουμε καθαρίσει -από τα χρόνια της μεταπολίτευσης- με τους Αμερικάνους, σταθερά «αντί». Το ίδιο και με τους απανταχού «Εβραίους» -προ αμνημονεύτων χρόνων. Ξεμπλέξαμε -ύστερα από κάτι ζεμπεκιές και κουμπαριές- και με τους Τούρκους. Με τους εποίκους της Βόρειας Κύπρου χώσαμε μαζί με το κεφάλι μέσα στην άμμο και το σχέδιο Ανάν, οπότε πρόβλημα ουδέν. Με τους Ευρωπαίους -«κουτόφραγκους» κατά το κοινώς λεγόμενον- κουτσά-στραβά με κάτι πρόστιμα και κάτι ψηλοκυρώσεις τα φέρνουμε βόλτα. Με τους Αλβανούς το παλεύουμε όπως-όπως στα εξοχικά -το έδειξε κι ο αντένας- παίρνοντας το νόμο στα χέρια μας.

Και πάνω που είχαμε ξεμπερδέψει με όλα αυτά κι είμαστε ήσυχοι κι έτοιμοι να υποβληθούμε και ως λαός σε επέμβαση μεταρρυθμίσεων -κάτι σα ρινιπλαστική να πούμε- μετά την επιτυχημένη ολοκλήρωση της επανίδρυσης του Κράτους -του γνωστού, κατά Ζουράρι, «ψευδοκράτους»- να σου και σκάει μύτη το μέγιστο πρόβλημα της εποχής.

Όχι, ρε παιδιά, η πετρελαϊκή κρίση, ούτε η καταδίκη της χώρας για τις χωματερές. Ποιο; Μα, ποιο άλλο; Το όνομα, οι επεκτατικές βλέψεις κι οι αλυτρωτικές τάσεις, που φαίνεται να εμφανίζει το νέο γειτονικό κράτους -βόρεια του Κιλκίς, νότια της Σερβίας, δυτικά της Ανατολικής Ρωμυλίας κι ανατολικά της Αλβανίας.

Για δες, ρε γαμώτο!... Πάνω που το ‘χαμε ξεχάσει!... Περίμεναν οι αθεόφοβοι οι Αμερικάνοι να συγχωρεθεί ο μακαριστός για να μας το ξαναθυμίσουν;

Και τώρα; Μέσα στη σύγχυση, το συναισθηματικό μπλακ άουτ και το λογικό αλαλούμ, τι κάνουμε; Την ανάγκη φιλότιμο ή την πάπια;

Επί δεκαπέντε χρόνια καταναλώσαμε μ' επιτυχία στον ελληνικό μικρόκοσμο με συλλαλητήρια και ενδιάμεσες συμφωνίες τη λεβεντιά και την περηφάνια μας, ο λογαριασμός όμως -κι θα είναι όπως διαφαίνεται για μια ακόμα φορά τσουχτερός- περιμένει στο ταμείο της Ιστορίας. Πόσο κοστίζει άραγε ένα βέτο ή πόσο κάνει το φιλότιμο;

Ποιος ενδιαφέρεται και ποιον άραγε νοιάζει; Άλλωστε, γιατί να σκάμε; Σε δέκα χρόνια -και πάλι- ποιος θα θυμάται;

"ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ... ΣΥΡΙΖΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ"

Απορώ ποιος ήταν αυτός ο έξυπνος που πρότεινε για όνομα της γειτονικής FYROM το «Νέα Δημοκρατία της Μακεδονίας»... Εντάξει, οι διαπραγματεύσεις κι οι διαβουλεύσεις έχουν κολλήσει -όπως και τα μυαλά ορισμένων- αλλά αμάν πια, ούτε ένα όνομα της προκοπής δεν είμαστε σε θέση να σκεφτούμε;

Εδώ που τα λέμε, αυτή η ιστορία με το όνομα όλο φέρνει και ξαναφέρνει στο νού μου τη γνωστή... «τριανταπεντάχρονη» των δελτίων ειδήσεων. Τσέκου τη λένε τη γυναίκα, έτσι τη φωνάζουν από ανακριτή μέχρι Τριανταφυλλόπουλο, αλλά εκεί, όλα τα «σοβαρά» δελτία που σέβονται -κατά δήλωσή τους- την ενημέρωση, «τριανταπεντάχρονη» την ανεβάζουν, «τριανταπεντάχρονη» την κατεβάζουν... Τι υποκρισία ψευτονομιμοφάνειας! Έτσι, λοιπόν, και με τα Σκόπια, όλος ο κόσμος τ' αποκαλεί εδώ και καιρό επίσημα κι ανεπίσημα «Macedonia» και μόνο εμείς εξακολουθούμε να επιμένουμε στο FYROM ή άντε στην καλύτερη περίπτωση «κράτος των Σκοπίων»... Τι υποκρισία ψευτοϋπερηφάνειας!

Δεν διεκδικούμε δάφνες από τους διεθνολόγους και τους διαμεσολαβητές, ούτε φήμη αναλυτή διεθνών σχέσεων, όμως ζώντας στις μέρες που ο λαός μας -όπως δείχνουν κι οι δημοσκοπήσεις- ζει στον αστερισμό του Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ κι είναι έτοιμος -ο λαός μας πάντα- να γκρεμίσει σαν χάρτινο πύργο το δικομματισμό για τα μάτια του Αλέξη, πιστεύουμε πως μόνο μια ονομασία θα μπορούσε αυτή τη στιγμή να δεχτεί για τη γειτονική χώρα, δίχως να αισθάνεται εθνικά μειωμένος και ηθικά προδομένος από την πολιτική του ηγεσία. Ποια είναι αυτή; Μα, ποια άλλη:

«ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ... ΣΥΡΙΖΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ»

Αμφιβάλετε, ότι η ονομασία αυτή πληροί όλες τις προϋποθέσεις που θέτουν τα ελληνικά πολιτικά κόμματα συμπεριλαμβανομένου και του... ΣΥΡΙΖΑ;

ΓΥΡΙΣΑ

Γύρισα. Σιγά το δύσκολο, μήπως εκεί θα ‘μενα; Η εθνική ήταν σχεδόν άδεια και μια ανοιξιάτικη λιακάδα μ' έκανε να ‘χω ξεκούμπωτο το πουκάμισο κι ανοιχτό το παράθυρο.

Η μουσική έπαιρνε το βλέμμα από το δρόμο και τις στροφές του κι έστελνε τη σκέψη σ' άλλες διαδρομές με χίλιες στροφές.

Γύριζα και γύριζα με το νου πίσω, στις μέρες που η διαδρομή για το σπίτι ήταν η νοσταλγία στην καρδιά κι ένα δάκρυ στα μάτια. Η λαχτάρα για τη μάνα μου, η επιθυμία για εκείνη, ο πόθος για αγκαλιά, η ανάγκη για τρυφερότητα, για στοργή κι αγάπη.

Γύριζα, και κάπου εκεί σε μια στροφή που ‘λεγε «εγώ δεν είμαι ποιητής», ήρθε στο νου μου αυτή η σελίδα, αυτός ο τόπος. Αυτός ο τόπος που τίποτε δεν έχει κοινό με τον τόπο και τα μέρη που λαχταρούσα πριν χρόνια να δω και να συναντήσω. Αυτός ο τόπος που κανείς δεν με περιμένει με λαχτάρα να γυρίσω και δεν του λείπω στα ταξίδια μου. Αυτός ο τόπος που, πάνω από ένα χρόνο τώρα, αφήνω τα ψηφιακά μου ίχνη ανακατεύοντας σκόρπιες σκέψεις και συναισθήματα, που μου επιτρέπει να εκδίδω και να εκδίδομαι σε μια αγορά που δεν ψωνίζει, αλλά ψωνίζεται και καμαρώνει μ' αυταρέσκεια μπροστά στον καθρέφτη της εγωκεντρικής της ψυχεδέλειας.

Γύριζα κι οι ματιές μου έκλεβαν κομμάτια απ' τη διαδρομή, απ' το μαύρο της ασφάλτου, κι έφερναν μπροστά μου κομμάτια χρόνου και μικρές στιγμές της εικονικής μου διαδρομής στο διαδίκτυο. Μια εικονική διαδρομή δεμένη άρρηκτα με μια καθόλου εικονική πραγματικότητα και μια εξίσου υπαρκτή νεοτερικότητα στις ανάγκες, στις συμπεριφορές, στις αντιλήψεις, στις σχέσεις...

Γύρισα και βρήκα και πάλι μια οθόνη κρεμασμένη σε λέξεις σκληρές, σε λέξεις πληγωμένες, σε λέξεις άνοστες, σε λέξεις άχρωμες. Μια οθόνη μαύρη. Ήρθε τότε στο νου μου το μαύρο της ασφάλτου, που το πρωί έγραφα πάνω της χιλιόμετρα με σκέψεις κι αναμνήσεις και συλλογισμούς και μπαρούφες για να περνά η ώρα. Και «μου έκανε κλικ» να σου πω κάτι...

Ποιος είμαι ‘γω που θα σου πει; Δίκιο έχεις. Υπάρχουν τόσοι και τόσοι ομιλούντες... Υπάρχουν τόσοι και τόσοι αρμοδιότεροι. Αν κάτι περισσεύει σ' αυτό τον τόπο είναι οι ομιλούντες αρμόδιοι, μόνο που ποτέ δεν βρίσκουμε τον κατάλληλο να μιλήσει τη στιγμή που τον χρειαζόμαστε...

Όμως να, είμαστε τώρα αντικριστά. Θέλω, δε θέλω -τρόπος του λέγειν, βρε αδερφέ!- με κοιτάς, ίσως και να με διαβάζεις. Ίσως και ν' αναρωτιέσαι: «Τι θέλει να πει ο ποιητής;» [Θυμάσαι; Έτσι δεν μου έγραφες και συ σε κάποιο μήνυμα;]

Εγώ θα σου πω απλά, δεν είμαι ποιητής.

Θα σου πω απλά, άσε με να είμαι αυτός που είμαι, αν θες μείνε και συ αυτός που είσαι. Κάποιος με κάποιο τρόπο μας δίνει την ευκαιρία να συναντιόμαστε σ' αυτό το χώρο. Μήπως αυτό δεν είναι αρκετό; Μήπως το πέταγμα στο διαδίκτυο μάς έκανε να ξεχάσουμε να πατάμε;

Έχω κι εγώ -όπως εσύ- ανάγκη ν' αντισταθώ κάπου. Έχω κι εγώ ανάγκη -όπως κι εσύ- να διαμαρτυρηθώ για κάτι.

Μπορούμε να το βρούμε αυτό το κάτι μαζί; Μπορούν τα «κλικ» μου να σου κάνουν κλικ και τα «κλικ» σου να κάνουν κλικ σε μένα; Έχει καλώς. Δεν μπορούμε; Never mind!...Καλή καρδιά!

Έχει ωραίο καιρό και σήμερα, όπως και χτες, όμως το χτες πάει, πέρασε για πάντα!... Μπορούμε να δούμε αν το αύριο που -ούτως ή άλλως- έρχεται αύριο, εκτός απ' τον καιρό μπορεί να φέρει κι άλλα καλά «κλικ» μαζί του;

ΑΥΤΟΣ ΦΤΑΙΕΙ!...

Δε μου φταίει τίποτα σήμερα.

Ούτε που δεν άκουσα -και πάλι- το ξυπνητήρι. Ούτε που χύθηκε ο -γλυκύς βραστός- καφές και βρόμισε το σπίτι γκάζι. Ούτε που κόπηκα στο ξύρισμα. Ούτε που βούλιαξα απ' τη φούρια μου ως τον αστράγαλο σε μια γούβα με παγωμένο χιόνι. Ούτε που έχασα στο τσακ το λεωφορείο. Ούτε που ο -αξύριστος- ταξιτζής ήθελε να κάνουμε εδώ και τώρα πόλεμο για το όνομα. Ούτε που η Κηφισίας ήταν πηγμένη -πώς το ‘παθε;- στη γέφυρα της Κατεχάκη. Ούτε που θυμήθηκα ότι είχα ξεχάσει μέσα στη βιασύνη μου την έκθεση του ορκωτού στο σπίτι. Ούτε που ήξερα ότι εσύ ακόμα κοιμάσαι. Ούτε που η Ομόνοια δείχνει τόσο βρώμικη. Ούτε που το κουλούρι είναι μπαγιάτικο. Ούτε που το μηχανάκι κόντεψε να με πατήσει -«πού πας ρε τρελέ!!!» σαν ν' ακούστηκε πίσω μου- καθώς πέρναγα απέναντι τη Σταδίου. Ούτε που πρέπει να βάλω λεφτά για τη δόση της κάρτας. Ούτε που ο Μήτσος -ο θυρωρός- διάβαζε αθλητική και δεν ήταν στο πόστο του. Ούτε που το κορδόνι μου σερνώταν -για μια ακόμα φορά- λυμένο και μούσκεμα. Ούτε που η ταμπέλα «Δεν λειτουργεί» ήταν κρεμασμένη -για δεύτερη μέρα- στην πόρτα του ασανσέρ. Ούτε που η Μαργαρίτα -η γραμματέας μας- είχε σήμερα κι αύριο άδεια. Ούτε που περίμενε ο Ηλιόπουλος με το -βλοσυρό- δικηγόρο του στο κεφαλόσκαλο. Ούτε που τα κλειδιά είχαν γλιστρήσει -απ' την τρύπα στην άκρη της τσέπης- στη φόδρα του παλτού. Ούτε που το γραφείο ήταν ακόμα κρύο και σκοτεινό.

Στο άνοιγμα της γρίλιας, ένας ήλιος καβαλάρης σε μύριες δέσμες φωτός, έλαμψε στα μάτια μου κάνοντάς με όπως τα ‘κλεινα να πισωπατήσω υποχωρώντας στην ορμή του. Ένας ήλιος θριαμβευτής, λυτρωτής, αγαπησιάρης με αγκάλιασε. Αφέθηκα στο χάδι του. Κυρίεψε την ψυχή μου. Πλημμύρισε το είναι μου. Ένας καταγάλανος ουρανός χαμογελούσε με καμάρι και τρυφερότητα στο φόντο αστράφτοντας πεντακάθαρος. Κοιτάζοντας αχόρταγα ένα γύρω η λέξη «ομορφιά» ζωγραφιζόταν ματιά με τη ματιά στο νου μου. Και μπόρεσα αυτή την ομορφιά να τη δω...

«Χμ... Χμ...» ξερόβηξε με νευρικότητα κι αδημονία ο δικηγόρος πίσω μου...

Όμως εμένα δεν μου φταίει τίποτα σήμερα!... Μόνο αυτός ο ήλιος κι η μέρα που ξημέρωσε απ' το φως του φταίει!...

ΤΟ ΣΑΛΤΟ ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ

Μετά την επιτυχημένη και άκρως ικανοποιητική -ως προς το αποτέλεσμα- διαδικασία εκλογής νέου αρχιεπισκόπου, πλησιάζει η ώρα -την προσεχή Κυριακή- να διεξαχθεί κι άλλη μια ψηφοφορία, αυτή τη φορά για την εκλογή του νέου προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ ή κατά... κόσμον ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ.

Μετά τους ρασοφόρους κληρικούς που προσήλθαν στην κάλπη υπό τη σκέπη -ενδεχομένως και φώτιση- του Αγίου Πνεύματος, έρχεται η ώρα των συνέδρων του κόμματος της αντιπολίτευσης να ψηφίσουν, σίγουρα υπό τη σκέπη της αίθουσας του Τάε Κβο Ντο -και το φως των τηλεοπτικών προβολέων- και να μετουσιώσουν σε ψήφο το... πνεύμα του Αλέκου Αλαβάνου.

Η εκλογή ενός νέου ηγέτη ακολουθείται συνήθως κι από ένα αεράκι αισιοδοξίας κι ευφορίας τόσο στο στενό, όσο και στο ευρύτερο περιβάλλον του χώρου που αναφέρεται. Το πρόσωπο, φυσικά, παίζει σε κάθε περίπτωση το δικό του ξεχωριστό ρόλο. Η χρονική συγκυρία από την άλλη πάντα άσκει καθοριστικά την επιρροή της.

Δυστυχώς, το πολιτικό σύστημα βρίσκεται στις μέρες μας σε μια από τις από τις πιο άσχημες καμπές του. Οι λόγοι χίλιοι. Χίλιες κι οι ερμηνείες. Μηχανισμοί, διαφθορά, αναξιοκρατία, συμφέροντα, αναξιοπιστία, αποϊδεολογικοποίηση. Η κοινωνία ταυτόχρονα παραδέρνει χωρίς όραμα και πυξίδα παρασυρόμενη απ' τον χείμαρρο της παγκοσμιοποίησης και της ανατροπής αξιών και κεκτημένων.

Ο Τσίπρας έχει το καθαρό βλέμμα που μπορεί να κοιτάξει το σύστημα στα μάτια. Έχει την πολυτέλεια να μιλάει για όλα και για όλους χωρίς να κινδυνεύει να κατηγορηθεί για λαοπλάνος ή λαϊκιστής. Διαθέτει το λευκό πολιτικό μητρώο, που του δίνει το δικαίωμα να επενδύει στη σύναψη κοινωνικού συμβολαίου χωρίς να έχει την υποχρέωση ν' αναφερθεί στο πολιτικό του... πόθεν έσχες.

Από την Κυριακή ο Τσίπρας θα είναι ο νέος πρόεδρος. Το στοίχημα που βάζει είναι μεγάλο και δεν αφορά μόνο τον ίδιο, δεν αφορά κάν μόνο το κόμμα του. Μας αφορά όλους. Ο χρόνος θα δείξει αν κατορθώσει να διασώσει το ελπιδοφόρο σκάφος του ΣΥΡΙΖΑ από τις συμπληγάδες του δικομματισμού. Κι ο χρόνος των εκλογών δεν είναι πολύ μακριά...

Ακόμα και στο ναυτικό όμως -λένε κάποιοι που γνωρίζουν τα πράγματα από μέσα- πριν πάρεις το δίπλωμα του καπετάνιου, πρέπει να φας τις θάλασσες με το κουτάλι σαν... δεύτερος.

Είναι και τόσο δελεαστικές οι σειρήνες των δημοσκοπήσεων...

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΤΕΜΠΕΛΗ


Ο θείος Βάρδας ήταν γεροντοπαλίκαρο. Καλοκάγαθος και θρησκευόμενος άνθρωπος. Συνταξιούχος τραπεζικός. Είχε -απ' ό,τι τον θυμάμαι- κάτασπρο δέρμα και ολοστρόγγυλο φαλακρό κεφάλι. Φορούσε πάντα γραβάτα, κοστούμι κι από μέσα ένα πλεχτό μπλε γιλέκο. Στην Κυψέλη έμενε -ψηλά στη Σκιάθου- δίπλα στο βουνό. Πού και πού κατηφόριζε στην Πλατεία Αττικής για να φάει μαζί μας. Του άρεσαν τα παντζάρια με σκορδαλιά και τα κουκιά γιαχνί -μπλιαχ! - κι η μάνα μου κάθε που θα μαγείρευε από δαύτα πάντα τον θυμόταν.
Τις παραμονές των γιορτών τον περίμενα με μεγάλη αγωνία. «Πότε θα φτιάξεις παντζάρια;» ρωτούσα και ξαναρωτούσα τη μάνα μου με το που έμπαινε ο Δεκέμβρης. Ο θείος εκείνες τις μέρες ερχόταν πάντα στο σπίτι κρατώντας μου δώρο ένα βιβλίο. Κάθε φορά το βιβλίο ήταν αμιγώς χριστιανικού περιεχομένου -«Ψηλές Κορυφές», «Λευκά Φτερά», «Ο Δρόμος της Νίκης» κι άλλα τέτοια. «Για τη σωστή διάπλαση και αγωγή της ψυχής», όπως συνήθιζε να μου λέει. Εγώ; Ίσα-ίσα που τα ξεφύλλιζα βιαστικά...
«Ε, καλά...» θα μου πεις, «Και τότε γιατί είχες αγωνία;»
Μα, γιατί απλούστατα ο θείος κάθε που έρχονταν Χριστούγεννα έχωνε ανάμεσα σε κάποιες σελίδες κι ένα φακελάκι μ' ένα πενηντάρικο!... Αυτό ήταν για μένα το... ζητούμενο κι ο δρόμος της... αρετής, που αργότερα ονομάστηκε «Η σωτηρία της Ψυχής»! Είχα όμως και για έναν ακόμα λόγο αγωνία. Το... τελετουργικό της παράδοσης του βιβλίου προέβλεπε πριν το πάρω στα χέρια μου ν' απαντήσω σε μια ερώτηση που μου έκανε. Πότε ήτανε αριθμητικής, πότε γεωγραφίας, πότε ιστορίας, για τα θρησκευτικά δεν το συζητάμε...στάνταρ! Και -ω, του θαύματος!- πάντα εύρισκα την απάντηση, αφού, κατά έναν περίεργο τρόπο, οι ερωτήσεις του ήταν «εντός ύλης»! Στα θρησκευτικά βοήθαγε, φυσικά, και το... Κατηχητικό, που πήγαινα κάθε Κυριακή!... Για μένα πάντως, όπως και να 'χε, η αγωνία, αγωνία...
Εκείνα τα Χριστούγεννα ο θείος ήταν στο νοσοκομείο. Είχε κάνει εγχείριση στη χολή και δεν θα μπορούσε να έρθει. Δεν με ξέχασε όμως. Απ' ότι έμαθα απ' τη μάνα μου, έδωσε εντολή στην Παγώνα -κάτι μεταξύ ψυχοκόρης και καθαρίστριας που τον φρόντιζε- ν' αγοράσει για λογαριασμό του το καθιερωμένο βιβλίο και να μου το φέρει. Εκείνη, όλο το καθυστερούσε. Κάτι έλεγε πως είχε δουλειές, κάτι ότι δεν πρόλαβε να ψωνίσει, κάτι τόνα κάτι τ' άλλο κι οι μέρες περνούσαν αλλά το δώρο πουθενά. Αποφάσισα το λοιπόν ο καλός σου κείνο τ' απόγευμα να πάω και να το πάρω μόνος μου... Πενηντάρικο -υπολόγιζα- ήταν αυτό!... Είχα δει και μια μπάλα ριγέ στο ψιλικατζίδικο!...
«Κολιάτσου - Παγκράτι» έγραφε το τρόλεϊ. Και θέλω να σας πω εδώ, ότι το τρόλεϊ ασκούσε πάνω μου μια παράξενη γοητεία! Ναι, μεν μου άρεσε και στα λεωφορεία της «Α.Σ.Π.Α.» να κάθομαι μπροστά-μπροστά ή στα άλλα τα τρίπορτα, αλλά με το τρόλεϊ ήταν αλλιώς.... Κάτι οι «κεραίες», κάτι το χρώμα, κάτι το τίναγμα μόλις ξεκίναγε, κάτι ο εισπράκτορας που έβγαζε το εισιτήριο γυρίζοντας μια μανιβελίτσα σ' ένα μηχανάκι, ήταν μαγεία!
Μαγεία ήταν τις μέρες των γιορτών κι η βόλτα με τους γονιούς και τον μικρούλη αδελφό μου στους φωτισμένους δρόμους. Η Πατησίων, η Αθηνάς, η Πανεπιστημίου. Η Ομόνοια. Το Σύνταγμα. Μαγεία οι στολισμένες με γιρλάντες κολώνες, οι βιτρίνες της Ερμού -που γινόταν με το «έτσι θέλω» πεζόδρομος από τον πολύ κόσμο- ο «ΠΑΛΛΗΣ», το «ΜΙΝΙΟΝ», ο «ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ», ο «ΔΡΑΓΩΝΑΣ». Εκεί, στην γωνία Ιθάκης και Πατησίων, μαγευόμουν από τις φορτωμένες με κάθε λογής παιχνίδια βιτρίνες εκείνου του μαγαζιού... Τέλος πάντων!...

Τα ρολά και τα πατζούρια του σπιτιού ήταν θεόκλειστα. Χτύπησα με χτυποκάρδι το κουδούνι πολλές φορές. «Ποιος είναι;» ακούστηκε με τα πολλά η γνώριμα τσιριχτή φωνή της Παγώνας από μέσα. Μούδιασα, μα δεν δείλιασα. «Εγώ κυρία, ο Βαγγέλης της Άρτεμης...». Με ανακούφιση άκουσα την κλειδαριά και μετά τον σύρτη... Ακόμα κούμπωνε την κλαρωτή ρόμπα όπως προχωρούσε μπροστά στο στενό διάδρομο. «Περίμενέ με στην κουζίνα», είπε κοφτά και χάθηκε στο σαλόνι.
Οι καρέκλες ήταν φορμάικα κι όπως κάθισα κρύωσαν τα πόδια μου, φορούσα, βλέπεις, ακόμα κοντό παντελόνι τότε. Η κουζίνα είχε ένα μεγάλο παράθυρο κι έβλεπε ίσια τα βράχια του βουνού. Ήταν κι αυτή τεράστια, όπως τεράστιο ήταν κι όλο το σπίτι του θείου. Μου έκανε εντύπωση που είχε δυο καμπινέδες! Ο θείος είχε και καλοριφέρ, μίξερ, ηλεκτρική κουζίνα και ηλεκτρικό ψυγείο. Στο σαλόνι είχε και μια μεγάλη ξύλινη(!) τηλεόραση. Πολυτέλειες ονειρικές για τα παιδικά μου μάτια...
Σαν ομιλίες ψιθυριστές μου φάνηκε ότι άκουσα σε μια στιγμή από τη μεριά του σαλονιού. «Λες να'ναι η τηλεόραση;» αναρωτήθηκα αστραπιαία κι η περιέργεια μ' έφερε στις μύτες των παπουτσιών πατώντας να περπατώ κρυφά-κρυφά προς τα ‘κει. Τα φωτάκια στο χριστουγεννιάτικο δέντρο αναβόσβηναν κι αντανακλούσαν πίσω από το κρύσταλλο της δίφυλλης τζαμένιας πόρτας του σαλονιού. Ένα, «Άσε με πια!», πάγωσε το αίμα στις φλέβες μου. Έσκυψα με την τελευταία ικμάδα κουράγιου προς τη χαραμάδα της πόρτας. Εκεί κέρωσα. Στο αναβόσβησμα των φώτων του δέντρου και στην αχνή ανταύγεια απ' το φως της απέναντι κάμαρας, διέκρινα τη σκιά ενός ψηλού ανθρώπου, που με ατσούμπαλες κινήσεις κρατούσε στην αγκαλιά του την Παγώνα κι έτριβε τη μούρη του μια στο λαιμό της και μια μπροστά στο στήθος της. Εκείνη σαν να σπαρταρούσε και χτυπιότανε έχοντας σηκωμένο πίσω τόνα της πόδι.
Πώς γύρισα στην κουζίνα ούτε που θυμάμαι. Ξανακάθισα ακίνητος στην καρέκλα κι η φορμάικα μου φαινότανε τώρα ακόμα πιο παγωμένη. Η καρδιά μου λογάριαζα πως θ' ακουγόταν ίσαμε το σαλόνι και θα με πρόδιδε, γι' αυτό κρατούσα -όσο μπορούσα- την αναπνοή μου... Τόσο μυαλό!...

Μετά από λίγο κατηφόριζα λαχανιασμένος προς την Πατησίων σκίζοντας βιαστικά και άτσαλα το χάρτινο περιτύλιγμα του βιβλίου. Στη γωνία της Δροσοπούλου κοντοστάθηκα. Με λαχτάρα έψαξα προσεχτικά ανάμεσα στις σελίδες του βιβλίου -ούτε που πρόσεξα το εξώφυλλο που έγραφε: «Τα Χριστούγεννα Του Τεμπέλη». Τίποτα. Ούτε φακελάκι, ούτε πενηντάρικο! Έψαξα και ξανάψαξα με αγωνία. Οι σελίδες ήταν άκοπες κι άρχισα να τις σκίζω χρησιμοποιώντας το δάχτυλό μου για χαρτοκόπτη. Τζίφος. Στην Πατησίων που είχε πιο πολύ φως ξανακοίταξα με προσοχή. Απογοήτευση. Οι σελίδες δεν έκρυβαν αυτή τη φορά τον πολυπόθητο για τα παιδικά μου μάτια χριστουγεννιάτικο μποναμά.
Προσπερνώντας το ψιλικατζίδικο του κυρ-Βασίλη στη γειτονιά μου, δεν είχα πια το κέφι να κοιτάζω προς τη βιτρίνα με τη λαχταριστή μπάλα. Η μάνα μου στο σπίτι δυσανασχέτησε με την αχαριστία μου, να πετάξω θυμωμένα το δώρο του θείου στον καναπέ του σαλονιού. Μαύρα Χριστούγεννα πέρασα. Ο καημένος ο Παπαδιαμάντης!... Ήταν ο μόνος που δεν έφταιγε!...
Τη μπάλα την έφερε τελικά την Πρωτοχρονιά ο Άγιος Βασίλης!... Τότε δεν με απασχολούσε σαν παιδί το... υπαρξιακό του δίλημμα!... Για μένα υπήρχε και παραϋπήρχε κι άκουγε τις ευχές μου και δεν χρειαζόταν να ξοδέψει περιουσίες και μισθούς ενός χρόνου για να ικανοποιήσει τις παιδικές μου επιθυμίες. Μου έφτανε μια μπάλα, μια ξυλοκοπτική, ένα αυτοκινητάκι με μπαταρίες, λίγες γκαζές...

«Την παλιοβρόμα! Θέ' μου, σχώρα με... Μου μαγάρισε το σπίτι!... Φίδι κολοβό κρυβόταν στον κόρφο μου τόσα χρόνια και δεν το είχα πάρει είδηση...» πρώτη φορά η φωνή του θείου Βάρδα αντηχούσε έξω από την πόρτα του σπιτιού μας. Μπήκα και -ακουμπώντας με προσοχή τη σχολική τσάντα σε μια γωνιά του χολ- στάθηκα κρυμμένος παραδίπλα στην πόρτα της κουζίνας και...
«...Μου σπίτωσε τον αχαΐρευτο το γκόμενο χρονιάρες μέρες, το παλιοθήλυκο... Έφαγε, έφαγε ο ανεπρόκοπος, μέχρι και το χαρτζιλίκι του παιδιού έφαγε στα χαρτιά... Τι νόμιζε, πώς δε θα το μάθαινα; Ο τεμπέλης...» συνέχισε φανερά συγχυσμένος.


Τα παντζάρια -όπως επαίνεσε για μια ακόμα φορά τη μάνα μου- ήταν υπέροχα. Η σκορδαλιά μοσχοβολούσε το στόμα του -κι όλο το σπίτι- καθώς έσκυβε για να με φιλήσει!... Κι εγώ μετά πηγαινοερχόμουν κι ανέμιζα τρελαμένος δεξιά-αριστερά το γαλάζιο κολλαριστό πενηντάρικο -που μου έχωσε στην τσέπη με τρόπο φεύγοντας- μη μπορώντας να σκεφτώ ακόμα πού να το πρωτοξοδέψω!... Κι η μάνα μου σταυροκοπιώνταν παραδίπλα μουρμουρίζοντας γελαστή:
«Σε καλό σου, παιδάκι μου!...»

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!!
ΜΕ ΑΓΑΠΗ
VOUDAS

ΦΟΥΣΤΕΣ... ΜΠΛΕ


Είχε τον Καρβέλα χτες το βράδυ ο Τριανταφυλλόπουλος. Τα συνήθη «ζώα» της ζούγκλας στα λαγούμια και τις φωλιές τους. Σ' ένα ξέφωτο πλατό έγινε η συνάντηση. Ο Καρβέλας θέλει άπλα για να τον φέρεις βόλτα...
Μια νευρικότητα μου έδινε την εντύπωση σ' όλη τη διάρκεια της εκπομπής ότι πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Για πρώτη φορά ο Τριανταφυλλόπουλος μου φάνηκε -αδυνατώντας να μονολογεί διαρκώς- έξω από τα γνώριμα νερά του. Αντίθετα ο καλεσμένος του -μαχητικός και διεκδικητικός- μάλλον άνετος έδειχνε μέσα στο ελεγχόμενα επιθετικό στυλ που έβγαζε.
Σε δυο άξονες κινήθηκε κυρίως η εκπομπή: Ο ένας ήταν η διαμάχη που έχει ξεσπάσει μεταξύ Λαζόπουλου - Καρβέλα κι ο άλλος η προβολή κι ο σχολιασμός της νέας δισκογραφικής δουλειάς του Νίκου Καρβέλα.
Στην πρώτη περίπτωση χορτάσαμε... «μακάκα»! Είδαμε και ξαναείδαμε το απόσπασμα από την επίμαχη εκπομπή του Λαζόπουλου με τον πασίγνωστο από το Αλ Τσαντίρι πίθηκο να αυνανίζεται έχοντας ντουμπλαρισμένη τη φάτσα του Καρβέλα -και δώσ' του ζουμ ο φακός για να καταγράψει τις αντιδράσεις του. Σε απάντηση ο θιγόμενος καλλιτέχνης παρομοίασε ένα ομοίωμα λιονταριού από το ντεκόρ με τον Λάκη -χωρίς ν' αναφέρει καν τ' όνομά του- κι αποφάνθηκε ρητορικά, πως αν του κότσαρε από πάνω -κι από πίσω- δυο επιβήτορες, θα ονομαζόταν... «φούστης»!... Το είπε και το ξαναείπε κι αυτός...
Δίκαια -κατά την ταπεινή μας γνώμη- πειραγμένος ο Καρβέλας για την προσωποποίησή του με τον «μακάκα». Κάπου το ανέφερε -τρέχοντας- κι ο Τριανταφυλλόπουλος, ότι δηλαδή ο Λαζόπουλος στην περίπτωση αυτή μπορεί να έκανε λάθος, αλλά να, η σάτιρα... Άδικη κι ατυχής όμως απ' την άλλη κι η παρομοίωση που έκανε ο Καρβέλας με τον «φούστη»... Οπότε ισοπαλία; Ασφαλώς όχι!... Σ' αυτές τις περιπτώσεις δεν χωράνε συμψηφισμοί.
Δεν θ' αναζητήσουμε τώρα τα όρια της σάτιρας. Ούτε θα καταφύγουμε με την ευκαιρία στην εύκολη ατάκα: «Ο κόσμος έχει μάτια. Βλέπει και κρίνει».
Είναι αλήθεια, ότι σ' αυτή την αντιπαράθεση ο Καρβέλας χάνει. Και χάνει όχι γιατί έχει άδικο, αλλά γιατί απέναντί του έχει τον Λάκη, τον Λάκη μας. Κάτι -τηρουμένων των αναλογιών- σαν την πρόσφατη αναμέτρηση Παπανδρέου - Βενιζέλου. Για σκεφτείτε...
Ο Λαζόπουλος είναι ο καλλιτέχνης της διπλανής πόρτας. Μπαινοβγαίνει στα σπίτια μας χρόνια τώρα. Μας απαλλάσσει από το βάρος των προβλημάτων της καθημερινότητας κάνοντάς μας να ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια. Μας απαλλάσσει από τις δυσάρεστες σκέψεις κάνοντάς μας να ξεχνιόμαστε με το κιτς και την τηλεοπτική δυστυχία. Μας απαλλάσσει από τις τύψεις και τις ενοχές μας αναλαμβάνοντας για μας ρόλο κοινωνικού επαναστάτη. Μας απαλλάσσει από τον κόπο να ασχοληθούμε με οτιδήποτε άλλο εκτός από εκείνο που αυτός επιλέγει πριν από μας για μας...
Ο Καρβέλας απ' την άλλη έχει παρελθόν. Δεν έχει λευκό -όπως τα μακριά μαλλιά του που τόσο τα φροντίζει- καλλιτεχνικό μητρώο. Είναι χρεωμένος με αμφιλεγόμενες επιτυχίες. Την αποθέωση της Βίσση την καρπώθηκε ολοκληρωτικά εκείνη. Εκείνη λατρεύτηκε -όχι άδικα ασφαλώς. Ο Καρβέλας έμεινε στο παρασκήνιο. Δεν το πούλησε όλο αυτό για πάρτη του. Στο προσκήνιο ήρθε πρόσφατα -ελέω Ανίτας- κρυπτόμενος πίσω από «παρατράγουδα». Τραγουδάκια που πολλοί τραγούδησαν και χόρεψαν, μα δημόσια -υποκριτικά ίσως κάποιοι- τα καταδίκασαν και τα περιγέλασαν.
Για παράδειγμα, η νέα του δισκογραφική δουλειά, όπως άκουσα ένα μέρος της χτες το βράδυ. Τραγούδια που -κατά τη γνώμη μου- έχουν κάτι από το στυλ του Θωμά Μπακαλάκου των αρχών της δεκαετίας του '80 στο στίχο και κάτι από την ελαφριά μουσική των Poll των αρχών της δεκαετίας του '70 στη μουσική... Λέει αλήθειες. Μιλάει... «έξω απ' τα δόντια». Ποιον να πείσει όμως για τις αγνές προθέσεις του; Ούτε τους ανθρώπους που -όπως είπε- υποστηρίζει το δίκιο τους δεν κατόρθωσε να πείσει -όπως έδειξε χτες το ρεπορτάζ- κάνοντας τραγούδι για τον Πάσσαρη... Και στο σημείο αυτό φάνηκε πραγματικά να φεύγει η γη κάτω απ' τα πόδια του, τότε -μου φάνηκε- ότι συνειδητοποίησε πού βρίσκεται πλέον...
Η παρτίδα είναι χαμένη... Κι η σωτηρία της ψυχής -άσε, εμείς την έχουμε χάσει από την εποχή του κοντού με τη γραβάτα- είναι πράγματι, πολύ μεγάλο πράγμα... Μακάρι να τ(α)η βρουν πάντως, μήπως γλιτώσουμε κι εμείς από το νέο... σήριαλ που άρχισε να παίζεται και πάλι κάθε Τρίτη -πού αλλού; - πάνω στην πλάτη μας... Καλό Σαββατοκύριακο!...


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ SERVICE

Είχα να πάω τ' αυτοκίνητο για σέρβις, από μέρες το είχα προγραμματίσει. Εσύ είχες Νew Day, το ανέβαλες. Κάτι είπες για Αγία Παρασκευή, βαρέθηκες. Είπα μήπως βγαίναμε παρά έξω για βόλτα, το σκεφτόσουν. Είχαμε μείνει στο να κατέβεις Χαλάνδρι για ψώνια όταν έφευγα και βλέπαμε...
Είχε κίνηση, είχε όμως και λιακάδα κι όπως οδηγούσα δίπλα στ' Ολυμπιακό Στάδιο, μου ήρθαν στο νου κάτι ηλιόλουστοι Κυριακάτικοι πρωινοί περίπατοι, χρόνια πριν οι Ολυμπιακοί αγώνες αρπάξουν για πάντα την απέραντη άπλα της περιοχής.
Ο υπάλληλος ευγενικά πήρε το κλειδί κι άνοιξε τ' αυτοκίνητο. Άνοιξε ύστερα το καπό και γύρισε στο καντράν. Πίεσε μερικά πλήκτρα στο τιμόνι, σημείωσε κάποια πράγματα στην καρτέλα που είχε μπροστά του και...
«Μπορείτε να κάνετε σέρβις μετά από τρεισήμισι χιλιάδες χιλιόμετρα ή ογδόντα πέντε μέρες» μου είπε χαμογελώντας.
Σιγά μην έμενα για το σέρβις!...
«Τελείωσα και γυρίζω» σου είπα κι έκλεισα πριν αρχίσεις τα πώς και τα γιατί...
Καταλήξαμε να κατέβουμε μαζί για χάζι και ψώνια. «Θέλω κάτι γιορταστικό για να στολίσω το παράθυρο», είπες κι ανέβηκες να ετοιμαστείς. Χάζευα με περιέργεια τα πρωινάδικα, η δουλειά βλέπεις δε μ' αφήνει να χαρώ αυτή τη... χαρά της καθημερινότητας. Να ‘ναι καλά ο Λάκης, που όλο και κάτι βρίσκει να σχολιάσει για να παίρνουμε κι εμείς οι... πρωινοί καμιά ιδέα. Κάτι σχολίαζε ο Αυτιάς μ' αυτό το τάχα οικείο -δηλητηριώδες κι υποκριτικό μου φάνηκε- ύφος του, όταν χτύπησε το τηλέφωνο...
«Θα το σηκώσεις;» ρώτησες.
«Ποιος να με ζητάει εδώ πρωινιάτικα...» στο ξέκοψα κάπως απότομα.
«Πάμε Λαύριο ακούστηκες μετά από λίγο «...Η Δέσποινα με το Γιώργο θα πάνε να δούνε το σκάφος...»
Είχα χρόνια, πολλά χρόνια να κάνω τη διαδρομή μετά τη διασταύρωση προς τα Καλύβια. Όλα είχαν πια αλλάξει. Μόνο το νταμάρι -αυτό που όλο κλείνει- απέναντι από το Μαρκόπουλο εξακολουθούσε να «χάσκει» στην πλαγιά του λόφου... Το θυμάμαι από τότε που πήγαινα κατασκήνωση στο Σούνιο. Τους διηγήθηκα το περιστατικό που πήγα και γύρισα με τα πόδια στο φαρμακείο του Λαυρίου. Χρειαζόντουσαν φάρμακα για κάποιο παιδί που είχε αρρωστήσει. Μου είχε βγει η γλώσσα! Ήμουν ομαδάρχης τότε, αλλά και δεκάξι χρονών!...
Σεργιανίσαμε για ώρα στην υπερσύγχρονη μαρίνα. Το σκάφος του Γιώργου ξεχώριζε σαν ολοκαίνουργιο δίπλα σε εκατοντάδες σκάφη. «Platoon», «Kristina», «Little Love», «Sea Monarch»... Η λιακάδα έπαιζε ανάμεσα στα σκεπασμένα με μουσαμάδες πιλοτήρια κι αντανακλούσε πάνω στα κατάλευκα καταστρώματα και τα γυαλιστερά τους κάγκελα. Δυο-τρεις επιστάτες φρόντιζαν κάποια απ' αυτά αδιαφορώντας για την παρουσία μας. Μια άλλη διάσταση της ζωής, σκέφτηκα για μια στιγμή, μα, γρήγορα έδιωξα αυτή τη σκέψη απ' το μυαλό μου... Αυτή είναι μια απ' τις κραυγαλέες αντιφάσεις της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας...
Καθίσαμε μετά τη βόλτα στο καφενείο μπροστά στην ψαραγορά. Με την απλότητα και τη ζεστασιά της παρέας, με τη διάθεση και το κέφι που φέρνει το ούζο -«Σαμαρά» πίναμε- ξετυλιχτήκαν στο στρογγυλό τραπεζάκι λόγια και αναμνήσεις από περασμένα χρόνια. Μιλήσαμε για μας, για τα παιδιά μας, για τα «θέλω» μας και τα «πρέπει» μας. Για τις γάτες που χουζούρευαν στη διπλανή καρέκλα. Για τα Χριστούγεννα που είναι προ των πυλών...
Κι είδα για μια στιγμή τα μάτια σου. Πράσινα, όπως πάντα, να έχουν κάτι από τη λάμψη κάποιων άλλων Χριστουγέννων. Να με κοιτάνε μ' ένα βλέμμα κάποιων άλλων χρόνων, πριν. Να μου γελάνε, να μ' αγκαλιάζουν... Κι αν ήταν η λιακάδα, η αντηλιά ή τα μάτια σου η αιτία δεν κατάλαβα, όμως τα μάτια μου έκλεισα αυθόρμητα με γλύκα, εκείνη τη στιγμή μέσ' στην καρδιά μου για πάντοτε να κλείσω.
Κι έβαλε ο Γιώργος ένα CD γυρνώντας, που εγώ λέει -δεν το θυμόμουνα αλήθεια- είχα ηχογραφήσει. Κι απλώθηκε του έρωτά μας η μελωδία καταμεσής στην Αττική Οδό -η ώρα τρεις το μεσημέρι- κι ας γκρίνιαζε στο τηλέφωνο ο Αλέξανδρος -ο μικρός μας, πως η ώρα είχε περάσει και πεινούσε...

ΤΥΧΑΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ


Ερχόμαστε στον κόσμο αυτόν καθαρά από τύχη. Πιθανολογείται, πως το σύμπαν ή κι η ίδια η ζωή στον πλανήτη μας δημιουργήθηκαν από τυχαία περιστατικά.
«Περί της Ρωμαίων τύχης» γράφει ο Πλούταρχος. «Καλή επιτυχία» ευχόμαστε σε κάποιον που δίνει ή κάνει εξετάσεις. «Επιτυχημένη απόκρουση» πραγματοποιεί ο τερματοφύλακας. «Παταγώδη αποτυχία» σημείωσαν οι διαπραγματεύσεις. Κάποιοι παίζουν «τυχερά παιχνίδια». «Μηδενί συμφοράν ονειδίσεις, κοινή γαρ η τύχη και το μέλλον αόρατον» αποφαίνεται το αρχαίο γνωμικό κι «αν έχεις τύχη διάβαινε και ριζικό περπάτει» συμπληρώνει στις μέρες μας η λαϊκή σοφία.
Ο παράγοντας τύχη -είναι αλήθεια- διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην καθημερινότητά μας. Η τύχη από την ατυχία απέχουν τις περισσότερες φορές μόλις ένα κλάσμα του δευτερολέπτου ή και κάτι λιγότερο. Το απρόβλεπτο ή η σύμπτωση απροσδόκητων γεγονότων, το αναπάντεχο ή συγκυριακό συμβάν είναι δυνατόν ν' ανατρέψουν σχεδιασμούς και προγράμματα όχι μόνο ετών, αλλά και ολόκληρης ζωής.
Αν έτσι έχουν τα πράγματα, έρχονται φορές που αναρωτιέμαι...
Πώς επιβιώνουν μισθωτοί των 600 ευρώ και πώς συντηρούνται συνταξιούχοι των 350 ευρώ το μήνα;
Πώς μαθαίνουμε γράμματα από 6 μέχρι 26 -και βάλε- χρονών και μένουμε τελικά αγράμματοι ή -στην καλύτερη περίπτωση- άνεργοι;
Πώς συμβιβάζεται σε κάθε ευκαιρία -βλέπε κακοκαιρία ή θεομηνία- να συχτηρίζουμε και να κατηγορούμε γι' ανυπαρξία τον κρατικό μηχανισμό κι απ' την άλλη να θέλουν όλοι τα παιδιά τους να γίνουν υπάλληλοι του κράτους που βρίζουν;
Πώς γίνεται απ' τη μια η τηλεόραση να δικάζει και να καταδικάζει κι ο Λαζόπουλος να κάνει αντιπολίτευση κι απ' την άλλη οι βουλευτές κι οι δικαστικοί να είναι από τους καλύτερα αμειβόμενους Έλληνες;
Πώς αναφερόμαστε σε «ανάπτυξη» όταν οι μόνες «βαριές» βιομηχανίες της χώρας είναι οι... τράπεζες κι οι πολυεθνικές αλυσίδες των καταστημάτων τροφίμων;
Πώς στέκεται οι περισσότερος -αν όχι όλος- ο κόσμος ν' αποκαλεί τη FYROM «Macedonia» κι εμείς να διαπραγματευόμαστε -λέει- τη συνταγματική ονομασία αυτής της χώρας;
Πώς αντέχουμε να σφίγγουμε συνέχεια το ζωνάρι και ν' αναστενάζει κάθε Σαββατοκύριακο ο Παρνασσός από τα τζιπάκια και τ' άλλα πολυτελή αυτοκίνητα;
Πώς χαρίζονται μέσα σε μια νύχτα εκατομμύρια ευρώ χρέη ποδοσφαιρικών «εταιριών» -βλέπε ομάδων- την ώρα που βουλιάζουν χρεωμένες μικρομεσαίες επιχειρήσεις και πετιούνται άνθρωποι στο δρόμο;
Πώς το χωράει ο νους μας να έχουν εκδοθεί από το 1974 -λέγε με «Μεταπολίτευση»- 3670 νόμοι και δεν ξέρω πόσες χιλιάδες διατάγματα και αποφάσεις και ν' απορούμε ακόμα γιατί είναι δύσκολο ή αδύνατο να εφαρμοστούν οι Νόμοι;
Πώς ξαφνιαζόμαστε δήθεν ως κοινωνία με κάθε «αποκάλυψη» ή «αιφνιδιαστικό συμβάν» -βλέπε π.χ. Ζωνιανά- όταν σαν πελάτες εμείς οι ίδιοι συνωστιζόμαστε στα πολιτικά γραφεία ζητώντας ρουσφέτια κι εξυπηρετήσεις;
Πώς διαρρηγνύουμε τα ιμάτια μας στο όνομα της οικολογίας και της προστασίας του περιβάλλοντος -να' ναι καλά γι' αυτό κι ο... Τσίπρας- και ταυτόχρονα θεωρούμε ως ανακύκλωση των απορριμμάτων το πέταγμα της σακούλας σκουπιδιών απ' το παράθυρο του αυτοκινήτου;
Πώς ενώ οι οικονομικοί μετανάστες στηρίζουν -ανασφάλιστοι παρακαλώ- ολόκληρους κλάδους δραστηριοτήτων κι επαγγελμάτων, παραμένουν στο περιθώριο της οικονομίας -βλέπε παραοικονομία- και ταυτόχρονα δέχονται ομαδικά τους προπηλακισμούς και τις ύβρεις ορισμένων θερμοκέφαλων πατριωτών;
Πώς γίνεται να λειτουργούν δημοκρατικά οι θεσμοί και να υπάρχει ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη, όταν ο εκλογικός νόμος αλλάζει κάθε τέσσερα χρόνια κι οι βουλευτές έχουν ασυλία ακόμα και για τροχαίες παραβάσεις;
Πώς υπερηφανευόμαστε για τον πολιτισμό και τους ένδοξους προγόνους μας τη στιγμή που στις μέρες μας ο πολιτισμός χρηματοδοτείται από το «Πάμε Στοίχημα» κι η Ιστορία γράφεται ή ξεγράφεται ανάλογα με τις διαθέσεις του κάθε υπουργού Παιδείας;
Αν, τελικά, όλα αυτά συμβαίνουν τυχαία, μάλλον είμαστε τυχεροί που ζούμε σ' αυτή την πατρίδα. ‘Η μήπως σ' αυτή την τυχαία πατρίδα ζούμε ακόμα από τύχη;

ΑΓΑΠΟΥΛΑ ΜΟΥ


Μέρες τώρα διστάζω να σου μιλήσω ανοιχτά. Μήνες τώρα δαγκώνω τη γλώσσα μου κάθε που αποφασίζει να σου εκφράσει το πώς νιώθω. Και τις ελάχιστες φορές που καταφέρνει προς στιγμή να λυθεί, κάτι ο θυμός, κάτι η ένταση, κάτι η φουρτούνα στο μυαλό κι η σύγχυση της στιγμής, την ξεσέρνουν σε λάθος λέξεις και σε αδιέξοδες κραυγές, που συνήθως ξεσπάνε σε μια πόρτα που βροντάει με ορμή πίσω από την πλάτη μου.
Πάντα είχαμε τα καβγαδάκια μας. Παλιότερα όμως οι καυγάδες μας, εκτός από το διαφορετικό περιεχόμενο -καλά, εκείνοι για τη μάνα σου δεν πιάνονται, ρουτίνα είχαν καταντήσει- κατέληγαν συνήθως σε παθιασμένους και λυσσαλέους ολονύχτιους έρωτες. Θυμάμαι, τη φορά που σε φλέρταρε εκείνος ο τύπος με τα γαλαζοπράσινα μάτια στο πάρτι της Ντέπυ. Απόκριες του '97. Θυμάσαι; Ήσουν κι εσύ -παραδέξου το επιτέλους- γοητευμένη. Το μαλάκα. Θα του έσπαγα τα μούτρα εκεί μέσα, ευτυχώς που με πήρες και φύγαμε... Άκου, να σου κάνει καμάκι μπρος στα μάτια μου!... Σε σκεφτόμουνα να σε σφίγγει στην αγκαλιά του κι άδειαζαν τα σωθικά μου λες από την ιδέα και μόνο. Τι νύχτα, Θεέ μου!... Πόσον καιρό είχαμε να το κάνουμε τόσες φορές;
Είχες τον τρόπο να με φέρνεις στα νερά σου. Να σου συγχωρώ τα λάθη και ν' ανέχομαι τις ιδιοτροπίες σου. Α!... Από ιδιοτροπίες και παραξενιές, άλλο τίποτα -πάψε πια να το αρνιέσαι- έχεις τόσες πολλές, να φάν' κι οι κότες! Θυμάμαι τότε που με τίποτε δεν ήθελες να πάμε στο Θύμιο για να δούμε τον αγώνα. Τι παραξενιά κι αυτή να μη θες έξοδο μεσοβδόμαδα!... «Και τι θα λέω εγώ όλο το βράδυ με τη μαλακισμένη τη Βίκυ;» ούρλιαζες. Τελικά ήρθες με το ζόρι και μου κράταγες μούτρα όλη την άλλη μέρα. Χάσαμε κι απ' τη Ρόζεμποργκ... ‘Η τη φορά που -κατά λάθος σ' αυτή την περίπτωση- ξεχάστηκα με τις δουλειές του γραφείου και ξέχασα την επέτειο. Σιγά!... Δέκα χρόνια τώρα σε κάθε ευκαιρία μου το κοπανάς!... Την άλλη χρονιά -δε σε συμφέρει να θυμάσαι, ε;- δεν σου έφερα εκείνο το πανάκριβο μονόπετρο από το Παρίσι; Βλέπεις παραξενιά; Κι έκανα υπομονή!... Τα παράβλεπα, αγαπούλα μου, γιατί πίστευα ότι κάποια στιγμή θα με καταλάβεις και θα διορθωθείς...
Το ότι τα ήθελες όλα δικά σου, πού το πας; Κι αυτή η αποκλειστικότητα πάνω μου!... Καταπίεση σκέτη. Φορτίο ασήκωτο. «Ενδιαφέρομαι για σένα» έλεγες, «Αν δε νοιαστώ εγώ, ποιος θα σε νοιαστεί;»... Και δώσ' του οι περίεργες ερωτήσεις του στυλ: «Θ' αργήσεις;» ή «Πάλι με τον Τάκη θα βγεις;» Δεν σε παρεξηγούσα. Αν κι ήξερες, ότι συνήθως ποτέ δεν αργούσα πέρα από τις δύο. Αν κι ήξερες, πού συχνάζω. Και σου είχα πει κιόλας να κοιμάσαι και να μη με περιμένεις. Τι φταίω για την επιμονή σου να με ελέγχεις; Τι φταίω που σε έπαιρνε ο ύπνος στον καναπέ απέναντι από την τηλεόραση;
Τον πρώτο καιρό -είναι αλήθεια- περάσαμε ονειρεμένα. Δεν θα ξεχάσω εκείνο το καλοκαίρι στη Αμοργό. Το '93 ή το ‘96 ήτανε; Ήταν μοναδικό!... Μ' εκείνη τη γερμανίδα που γνωριστήκαμε στην παραλία του Mούρου. Τι ξενύχτια και τι μεθύσια κάναμε! Πω, πω!... Τι φάση εκείνη τη βραδιά, όταν τύφλα από τα σφηνάκια και τις μπύρες ήρθε και χώθηκε τσίτσιδη στο κρεβάτι μας!... Έκανα το γέλιο της ζωής μου!... Ακόμα το θυμάμαι και γελάω!... Έπρεπε να μείνεις να την ακούσεις πώς ροχάλιζε!...
Όχι!... Δεν θ' αφήσω να με πάρουν τα ζουμιά!... Όχι, αγαπούλα μου! Αυτό είναι το τέλος. Το τέλος μιας σχέσης που είχε ξεπεράσει από καιρό τα όριά της. Είχε χάσει προ πολλού τη λάμψη και το ενδιαφέρον της. Λυπάμαι, έκανα ό,τι μπορούσα. Έφυγες. Δεν άντεξες να δεις σε ποια κατάσταση μ' έχεις φέρει. Δεν άντεξες ν' ακούσεις τη φωνή της καρδιάς μου. Της συνείδησής σου... Έφυγες... Υποφέρω...
Μέσα σ' όλα... Άφησες τα πιάτα στο νεροχύτη και τη δόση για το στεγαστικό απλήρωτη... Και δεν ξέρω και σε ποιο συρτάρι έβαζες τις γκρι μου κάλτσες...

ΜΙΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΤΗ ΜΕΡΑ


Ξύπνησα νωρίς, πριν ο γλυκός ύπνος προλάβει να φτερουγήσει καλά-καλά απ' την κάμαρα. Δεν άνοιξα αμέσως τα μάτια, μόνο έμεινα έτσι, ξαπλωμένος στο δεξί πλευρό με τό'να πόδι ελαφρά λυγισμένο. Οι αισθήσεις -κάπως νωχελικά είναι αλήθεια- ξυπνούν μαζί μου. Αισθάνομαι ανάλαφρα τα σκεπάσματα. Το προσκεφάλι μου ζεστό. Το χέρι μου λίγο μουδιασμένο. Τα μάτια αποφασίζουν να χωθούν μαζί μου στο σκοτάδι. Σηκώνομαι προσεχτικά. Χα!... Μικροσκοπικά μυρμηγκάκια λες κι έχουν πιάσει αξημέρωτα τη δουλειά. Γαργαλιέμαι. Και το δεξί μου πόδι είναι το ίδιο μουδιασμένο! Χαμογελάω αγουροξυπνημένα όπως πηγαίνω κούτσα-κούτσα για το λουτρό. Ανασαίνω σε κάθε μουδιασμένο βήμα τη μυρωδιά του σπιτιού που -όλα το φανερώνουν- ακόμα κοιμάται του καλού καιρού! Ανασαίνω την ανάσα σου. Τις ανάσες μας... Άλλη μια μέρα. Άλλη μια νέα μέρα. Όρθιος.
Βγαίνω απ' το ντους. Χοντρές μυρωδάτες στάλες γλιστρούν στο κορμί μου. Οι μουσκεμένες μου πατούσες γλιστρούν προσεχτικά στα παγωμένα πλακάκια. Αχνίζω. Η πετσέτα ντύνει βιαστικά με το παχύ χάδι της τη γύμνια μου. Κοντοστέκομαι μπροστά στον μισοθαμπωμένο καθρέφτη. Τα μαλλιά μου γυαλίζουν. Τα μάτια μου το ίδιο. Χαμογελάω χαζοχαρούμενα στην αξύριστη φάτσα απέναντι... Ανασαίνω τη φρεσκάδα. Τη ζωντάνια. Άλλη μια μέρα. Άλλη μια νέα μέρα. Όρθιος.
Ψύχρα πρωί-πρωί. Δεν έχει υγρασία. Αισθάνομαι το κρύο. Ο δρόμος έρημος ακόμα. Τα φώτα του Δήμου δεν έχουν σβήσει, το κίτρινο φως τους συντροφεύει τα βήματά μου. Περνώ έξω απ' το σπίτι του Χρήστου και της Γιωργίας... Μετά της κυρά Μαρίας. Πιο κάτω το περίπτερο... Η πιτσαρία... Να, και το διώροφο του Νικήτα με τον όμορφο κήπο. Γείτονες. Φίλοι όλοι και γνωστοί. Η Λίζα -το σκυλί του Νικήτα- πλησιάζει προς το μέρος μου αφήνοντας ένα παιχνιδιάρικο γρύλισμα. «Σςςςς!... Θα τους ξυπνήσεις!» Απομακρύνομαι προς το σταθμό χαμογελώντας μόνος μου. Ανασαίνω το πρωινό. Τη μέρα που έρχεται. Άλλη μια μέρα. Άλλη μια νέα μέρα. Όρθιος.
Για δες!... Ο Ζαφείρης -ο θυρωρός μας- έχει ένα χαμόγελο ως τ' αυτιά σήμερα. Μα, αυτός όταν έχει πρωινή βάρδια, είναι κατσουφιασμένος λες και του ‘χεις σκοτώσει τη μάνα!... Έρχεται προς το μέρος μου κορδωμένος. «Καλημέρα σας, κύριε Βαγγέλη!... Πώς έτσι πρωινός σήμερα; Εγώ πήρα άδεια, ταξιδεύω για το χωριό το μεσημέρι!...» Αφήνω το χαρτοφύλακα στο γραφείο. Πλησιάζω στο παράθυρο. Η Αθήνα αρχίζει να ξημερώνει. Ελληνικός σκέτο άρωμα συντροφεύει την πρώτη ματιά στην εφημερίδα. Η αλληλογραφία -e-mail λέγονται πια- κι ο φάκελος -έχω χρεωθεί την εισήγηση στην «Υπόθεση Σωτηρόπουλου» - ας περιμένουν. Ο Κώδικας έχασε σήμερα κάτι από το αυστηρό του ύφος. Ξαναγυρίζω κοντά στο παράθυρο. Έχει συννεφιά. Ακούω τους συναδέλφους που αρχίζουν σιγά-σιγά να καταφθάνουν. Ανασαίνω τη συμπάθειά τους. Το ενδιαφέρον τους. Άλλη μια μέρα. Άλλη μια νέα μέρα. Όρθιος.
«Χαμογελώ! Κι εσύ ελπίζω...». Η οθόνη του κινητού ανάβει. Κρυφοκοιτάζω κάτω από το τεράστιο τραπέζι των συσκέψεων. Τα μάτια σου έρχονται στο μυαλό μου. Νοέμβρης και τότε... Βγαίνω απ' την αίθουσα και σεργιανώ μαζί σου. Γυρίζω πίσω. Με πειράζεις. Κυνηγιόμαστε σαν παιδιά στην προκυμαία. Με κερνάς. Τραγουδάμε παράφωνα -εγώ είμ' αυτός(!)- τον «Παλιόκαιρο» του Τερζή. Αγοράζουμε τσιχλόφουσκες. Χτυπάμε τα κουδούνια και κρυβόμαστε. Σου στέλνω το σιωπηλό χαμόγελό μου. Ανασαίνω την παρουσία σου. Την απουσία σου. Άλλη μια μέρα. Άλλη μια νέα μέρα. Όρθιος.
Πεινάω. Η Μαίρη -η καλή φίλη και συνάδελφος- ξέρει την ώρα. Ξέρει και τα γούστα μου. Μπαγκέτα με μαγιονέζα κι άλλα... ανθυγιεινά! Με βρίσκει να χαζεύω στη οθόνη. Ο Σωτήρης απ' έξω λέει φωναχτά ανέκδοτα. Μια ανάσα ξεκούρασης. «Γιατί ό,τι έγινε αυτό τον ένα χρόνο ήταν από καρδιάς... Αληθινό...». Ο φίλος Pilgrim θυμάται με τρυφερότητα και θυμίζει! Οι πρώτες μέρες της διαδικτυακής παρέας. Οι πρώτες σελίδες. Οι πρώτες συγκινήσεις. Το «Παλιό Τέρμα» το πρώτο μου ποστ. «VOUDAS»!... Κι είμαι ακόμα εκεί. Με νέους «φίλους», με νέες συγκινήσεις. Ανασαίνω τις ευαισθησίες τους. Τα χαμόγελά τους. Άλλη μια μέρα. Άλλη μια νέα μέρα. Όρθιος.
Αισθάνομαι μια ελαφριά σπρωξιά στην πλάτη. Έχει πολύ κόσμο -ως συνήθως την ώρα αυτή. Βιάζεται να κατέβει. Το άρωμά της λες και με τραβά να βγω μαζί της. Υπέροχα μακριά καστανά μαλλιά πέφτουν πάνω στο κόκκινο πανωφόρι. «Συγνώμη!...» ακούγεται αγχωμένη. Φωνή σαν δροσερό αεράκι. Την παρακολουθώ με το βλέμμα. Απομακρύνεται στην αποβάθρα τακτοποιώντας την τσάντα της. Κλείνουν οι πόρτες. Κλείνω την εικόνα της στη μνήμη. Στο τζάμι του μετρό -που αρχίζει πάλι να κινείται- ξεχωρίζω τον χαμογελαστό θαυμασμό μου. «Next station Ampelokipi». Ανασαίνω κάτι από την αύρα της. Την ομορφιά της. Άλλη μια μέρα. Άλλη μια νέα μέρα. Όρθιος.
«"Με βλέπεις που κοντανασαίνω" μου λέει, "είναι απ' την καρδιά μου". Φοβήθηκα. Στο μέτωπό της φαίνονταν σταγονίτσες ιδρώτα, το ίδιο στη μύτη και στο χνουδωτό πανωχείλι. Έφερε το χέρι στην καρδιά της κι έκλεισε τα μάτια. "Να, πιάσε εδώ, να δεις πώς χτυπάει", και καθώς μ' έβλεπε που δίσταζα, πήρε το χέρι μου και το ακούμπησε στο στήθος της. Το πίεζε μαλακά και μου φάνηκε πως βούλιαζε η χούφτα μου. "Τι έχω εδώ μέσα, ξέρεις;" και με κοίταξε στα μάτια. "Βυζάκια" της λέω. Γέλασε δυνατά. Ένα γέλιο που το άκουγα στον ύπνο μου για καιρό και αλαφιαζόμουνα»(*)... Το βιβλίο κυλά αργά-αργά από τα χέρια μου. Ένα αδιόρατο χαμόγελο αισθάνομαι να τσιτώνει ελαφρά τα χείλη. Τα μάτια κλείνουν. Ανασαίνω το χάδι της μέρας που γλιστρά το ίδιο αργά στο γλυκό κόσμο των αναμνήσεων. Μου κλείνει με στοργή τα βλέφαρα. Άλλη μια μέρα. Άλλη μια νέα μέρα γέρνει δίπλα στο μαξιλάρι μου. Με σκεπάζει μια χαμογελαστή μέρα...
Τόσο απλό να συμβούν. Τόσο απλό κι ίσως γι' αυτό τόσο δύσκολο να συμβαίνουν κάθε μέρα!...


(*) Το απόσπασμα από το αφήγημα του Μιχάλη Γκανά "Μητριά πατρίδα" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Μελάνι".